Από τον χριστιανισμό στα ανθρώπινα δικαιώματα

Γράφει η Αλεξάνδρα Βασιλού, φοιτήτρια Θεολογίας

«Δεν χρειαζόμαστε την πίστη, έχουμε τα ανθρώπινα δικαιώματα»

Αυτή είναι η λογική της μοντέρνας εποχής ήδη από την έκρηξη της Γαλλικής επανάστασης. Όσο η επιστήμη εξελίσσεται και όλα αντιμετωπίζονται ορθολογικά, ακόμα και η φιλοσοφία, οι προσπάθειες απεμπόλησης της Εκκλησίας από την κοινωνία είναι όλο και πιο έντονες. Αυτό που ξεχνάμε είναι ότι ο ίδιος ο Χριστός με τη διδασκαλία του ήταν ο πρώτος που έφερε ριζικές αλλαγές στην ανθρωπότητα.

Όλοι γνωρίζουμε τη παραβολή του καλού Σαμαρείτη(Λκ.10,25-37). Οι Σαμαρείτες και οι Ιουδαίοι ήταν άσπονδοι εχθροί. Ο Χριστός απαντά στην ερώτηση «Ποιος είναι ο πλησίον μου» και με τη παραβολή αυτή καταρρίπτει κάθε είδους φυλετικό διαχωρισμό. Διδάσκει πως δεν πρέπει να διστάσουμε να βοηθήσουμε τον οποιοδήποτε έχει ανάγκη, ανιδιοτελώς, χωρίς να περιμένουμε ανταπόδοση. Ακόμα και στην Παλαιά διαθήκη βρίσκουμε το εξής χωρίο: «Εάν πεινά ο εχθρός σου, ψώμιζε αυτόν, εάν διψά, πότιζε αυτόν» (Παροιμίαι ΚΕ΄21). Ο Χριστός διδάσκει τον αμοιβαίο σεβασμό και την αδελφοσύνη, όπως και το άρθρο 1 των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ένα άλλο παράδειγμα, είναι η στιγμή που ο Ιησούς κάθισε, προς έκπληξη όλων, να δειπνήσει με τους τελώνες και τους αμαρτωλούς (Μτ. 9, 10-13). Σε μια εποχή διχόνοιας και διαρκούς κόντρας , με έναν σκληρό ρωμαϊκό νόμο, ο Χριστός πηγαίνει κόντρα στο κατεστημένο και τους αντιμετωπίζει όλους με ισοτιμία. Όλοι αντιμετωπίζονται ως ίσοι ανεξαρτήτως πολιτικών πεποιθήσεων και κοινωνικής θέσης (Άρθρο 2 ανθρωπ.δικαιωμάτων) και είναι ευπρόσδεκτοι στη βασιλεία του Θεού.

Έχει ενδιαφέρον να δούμε και τη θέση τη γυναίκας εκείνη την εποχή. Ήταν υποδεέστερη του άντρα και όχι μόνο δεν είχε δικαιώματα, αλλά η άποψή της δεν γινόταν ούτε δεκτή ούτε πιστευτή. Ο Χριστός έρχεται να εξυψώσει τη θέση της. Συνομιλεί με τη Σαμαρείτισσα (Ιω. 4,27) και συγχωρεί τις αμαρτωλές γυναίκες (Λκ.7,36-50). Καταρρίπτει έτσι οι ανισότητες βάση του φύλου και διδάσκει πως όλα τα ανθρώπινα όντα αξίζουν μια δεύτερη ευκαιρία και έχουν δικαίωμα στη ζωή. Μάλιστα μετά την Ανάσταση εμφανίζεται πρώτα σε γυναίκες, στη Μαρία τη Μαγδαληνή και στις μυροφόρες.

Τα παραδείγματα είναι πολλά και δεν θέλω να κουράσω. Το κεντρικό νόημα της διδασκαλίας του Χριστού συνοψίζεται στη φράση του Απ.Παύλου: « οὐκ ἔνι ᾿Ιουδαῖος οὐδὲ ῞Ελλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ» (Προς Γαλάτας 3, 28). Όλοι είμαστε Χριστός. Ο Θεός δεν βλέπει χρώματα, φυλές, φύλο, κοινωνική θέση αλλά μας αγαπά όλους το ίδιο. Όταν υπάρχει αγάπη σε μια κοινωνία έρχονται και όλα τα υπόλοιπα.

Πως περάσαμε στη σύνταξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στη σταδιακή απομάκρυνση από την Εκκλησία; Δυστυχώς με τη πάροδο του χρόνου λόγω των πολέμων(θρησκευτικών και μη), της διαστρέβλωσης του νοήματος του χριστιανισμού, με τον ουμανισμό της αναγέννησης, τη γαλλική επανάσταση και την εκκοσμίκευση και τελικά τη τάση του ανθρώπου να θυσιάζει τα πάντα για το κέρδος, αυτή η υπέροχη διδασκαλία ξεχάστηκε. Επίσης, μεγάλο πλήγμα για την θεολογία αποτέλεσε η καντιακή φιλοσοφία, η οποία περιορίζεται στο παρόν και σχετικοποιεί την αλήθεια. Η θεολογία ξεπερνά το σήμερα.

Παράλληλα, η Εκκλησία φάνηκε αδύναμη σε περιόδους κρίσης και διασπάστηκε. Βρισκόμαστε στην εποχή της πολύ-εκκλησιαστικότητας όπου η κάθε εκκλησία αντι να επιδιώκει το κοινό καλό κλείνεται όλο και περισσότερο στον εαυτό της. Ο νομικισμός- ηθικισμός της έκαναν την κοινωνία να απηυδήσει. Η Ορθόδοξη Εκκλησία επιδιώκει την υπέρβαση και παλεύει με νύχια και με δόντια να κρατήσει τους πιστούς της. Ας μη ξεχνάμε επίσης το φιλανθρωπικό και κοινωνικό της έργο. Όμως, η απομάκρυνση ενός μεγάλου ποσοστού από την Εκκλησία, ο υλισμός και η αποδόμηση που βιώνουμε σε κάθε πτυχή της ζωής μας είναι ο λόγος που καταλήγουμε στη φράση με την οποία ξεκινήσαμε «Δεν χρειαζόμαστε την πίστη, έχουμε τα ανθρώπινα δικαιώματα».

Ο χριστιανισμός δίδαξε την αποδοχή της διαφορετικότητας, τον σεβασμό, τον αλτρουισμό την ισότητα. Είναι γενεσιουργός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όταν διαβάζουμε στις γραφές ότι ο Θεός μας έπλασε κατ εικόνα και καθ’ ομοίωση εννοεί πως πρέπει να συνυπάρχουμε όπως η Αγία Τριάδα: «Ασυγχύτως και Αδιαιρέτως» . «Ασυγχύτως» δηλαδή ως ετερότητες, καθώς ο καθένας μας είναι ξεχωριστός και « αδιαιρέτως», δηλαδή σαν ένα, ενωμένοι. Έχουμε το ασυγχύτως αλλά μας λείπει το αδιαιρέτως. Η θεολογική απάντηση που μπορώ να δώσω στο πρόβλημα αυτό, είναι πως μας λείπει η αγάπη. Όταν ένας πολίτης του 21ου αιώνα δε διαπράττει κάποιο έγκλημα, δεν το κάνει ούτε από αγάπη ούτε από σεβασμό. Το κάνει από φόβο καθώς θα υποστεί τις συνέπειες.

Κατά τη περίοδο του χριστιανισμού είχαμε ως κέντρο την αγάπη, από την αναγέννηση και μετά εισχώρησε η έννοια του σεβασμού, οπού εκεί βασίζονται και τα ανθρώπινα δικαιώματα , και πλέον επιστρέφουμε στο λατινικό ρητό πάνω στο οποίο ήταν χτισμένοι οι ρωμαϊκοί νόμοι «homo homini lupus». Ο νόμος γράφτηκε υπο το πρίσμα του φόβου. Ο σεβασμός επιβάλλεται, δεν έρχεται αγαπητικά και αυθόρμητα. Έχει χαθεί κάθε είδος ανθρωπιάς και ευαισθησίας και τη θέση τους έχουν πάρει ο ατομοκεντρισμός και ανθρωποφαγία. Η απομάκρυνση από την εκκλησία λοιπόν είναι εμφανής. Εδώ έχουμε αποτύχει σαν κοινωνία. Πως θα ξεφύγουμε από αυτή την κατάσταση; Πως χτίζεται η αγάπη για να μπορούμε να λεγόμαστε κοινωνία προσώπων; Σκοτώνοντας το «Εγώ» μας. Γιατί το κερί για να φωτίσει πρέπει να λιώνει.

Μέσα σε μια κοινωνία βαθειά άρρωστη, χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο και με ανθρώπους κενούς, η αυθεντική θεολογία παλεύει να μείνει ζωντανή θεολογώντας αλιευτικώς.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.