Όταν η κυβέρνηση ζει στον δικό της εικονικό κόσμο
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Καθώς πλησιάζει η 5η Σεπτεμβρίου 2026 και η καθιερωμένη πρωθυπουργική ομιλία στο «Ιωάννης Βελλίδης», το κυβερνητικό επιτελείο στρώνεται πάλι στη γνωστή ετήσια άσκηση του, κατασκευάζοντας συστηματικά μια εικονική πραγματικότητα. Στους φαντασιακούς χώρους αυτής της επικοινωνιακής εικονοποίησης, το κυβερνητικό «Εγώ» κινείται άνετα, χωρίς τους ενοχλητικούς περιορισμούς της καθημερινότητας που βιώνουν οι πολίτες, εξαφανίζοντας κάθε ίχνος κοινωνικής αντίστασης.
Αυτή η τάση να προσπερνούν το πραγματικό φαίνεται ανάγλυφα στον τρόπο που το οικονομικό επιτελείο «χτενίζει» το νέο πακέτο εξαγγελιών. Ετοιμάζουν μέτρα 1,5 με 2 δισεκατομμυρίων ευρώ, υπόσχοντας τάχα ανακούφιση στη μεσαία τάξη, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τους ελεύθερους επαγγελματίες. Μόνο που όλη αυτή η επικοινωνιακή περιχαράκωση προσπαθεί να κρύψει το προφανές, δηλαδή τη συνεχιζόμενη μάστιγα της ακρίβειας που τρώει το εισόδημα και μετατρέπει τις όποιες παροχές σε σταγόνα στον ωκεανό. Η πραγματικότητα όμως έχει την ιδιότητα να αντιστέκεται. Δεν είναι ένας αριθμός στον προϋπολογισμό που τον προσπερνάς με ευφυή επικοινωνιακά τρικ, αλλά το μοναδικό στήριγμα για να κάνεις σοβαρή πολιτική. Όταν λοιπόν η ηγεσία επιμένει να κλείνεται στους στενούς εικονικούς χώρους του κόμματος και της εξουσίας, η εγκατάλειψη της αρχής της πραγματικότητας δεν είναι απλά ένας πολιτικός ελιγμός, αλλά καθαρή θεσμική εκτροπή από τον ορθό λόγο.
Αυτός ο εγκλωβισμός στα επικοινωνιακά σενάρια αποκαλύπτει τη βαθύτερη παθογένεια της σημερινής διακυβέρνησης, αφού η ΔΕΘ κινδυνεύει να γίνει ξανά η αφετηρία για μια σειρά από ανακυκλούμενα «θα», αντί για πεδίο ουσιαστικής δράσης. Το να σερβίρεις ξανά και ξανά μέτρα ως «μεταρρυθμίσεις» ή «ενισχύσεις» που ελάχιστα αγγίζουν την ουσία των προβλημάτων της αγοράς, σε συνδυασμό με έναν διοικητικό ερασιτεχνισμό που μετατρέπει την πολιτική σε διαρκές σόου, απλά ακυρώνει την ίδια τη διακυβέρνηση και αντικαθιστά τους θεσμούς με δημόσιες σχέσεις.
Κι εδώ ακριβώς φαίνεται ότι η κυβέρνηση δεν είχε και δεν έχει κάποιο συγκεκριμένο πλάνο για τη χώρα, κινούμενη καθαρά με το «όπου φυσάει ο άνεμος». Αντί για μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική με σαφείς παραγωγικούς στόχους, παρακολουθούμε μια ευκαιριακή διαχείριση που αλλάζει κατεύθυνση ανάλογα με τη δημοσκοπική πίεση και τις επικαιρικές αντιδράσεις της κοινής γνώμης. Όταν η πυξίδα σου είναι οι εντυπώσεις της ημέρας και τα ημερήσια focus groups, η άσκηση πολιτικής μετατρέπεται σε έναν διαρκή ελιγμό χωρίς βάθος, όπου τα μέτρα σχεδιάζονται πρόχειρα στο γόνατο απλώς για να «αλλάξει η ατζέντα». Αυτός ο τακτικισμός του «βλέποντας και κάνοντας» αφήνει τη χώρα έρμαιο στις διαδοχικές κρίσεις, αφού λείπει το σταθερό όραμα και η δομημένη προετοιμασία που απαιτεί η πραγματική διακυβέρνηση.
Παράλληλα, παρακολουθούμε μια συστηματική προσπάθεια να ωραϊοποιηθούν οι δείκτες της οικονομίας, την ίδια ώρα που τα νοικοκυριά αδυνατούν να βγάλουν τον μήνα και οι μικρές επιχειρήσεις πνίγονται στα χρέη και τους έμμεσους φόρους. Η τακτική αυτή δεν είναι απλώς μυωπική, αλλά επικίνδυνη για τη συνοχή της κοινωνίας. Όταν οι πολίτες βλέπουν τα έξοδα τους να εκτοξεύονται στο σούπερ μάρκετ, στην ενέργεια και στη στέγαση, οι πανηγυρικοί λόγοι και τα προσεκτικά σκηνοθετημένα χειροκροτήματα στις συνεδριακές αίθουσες δεν λειτουργούν ως ανακούφιση, αλλά ως ευθεία προκλητικότητα.
Απέναντι σε όλη αυτή την αποξένωση, το να επιμένεις στην ορθή κρίση και στην ορθή πράξη θέλει στοικότητα. Όταν βαδίζεις με τη λογική και το πραγματικό συμφέρον της κοινωνίας και της πατρίδας, είναι σίγουρο πως όσοι έχουν οχυρωθεί πίσω από την κομματική ορθοδοξία θα σου αντιταχθούν. Η απάντηση όμως σε αυτή την αλαζονεία δεν μπορεί να είναι ο θυμός, γιατί η οργή δείχνει αδυναμία και υποβαθμίζει τον λόγο σου, ούτε όμως και η υποχώρηση, γιατί το να τα παρατήσεις από φόβο συνιστά διπλή προδοσία απέναντι στις αρχές σου και στους πολίτες. Το να τους αντιμετωπίζεις με πραότητα και ευμένεια δεν σημαίνει πως ενδίδεις, αλλά πως έχεις ηθική και πολιτική υπεροχή.
Η μεγαλύτερη τραγωδία για τη σημερινή κεντροδεξιά παράταξη είναι πως έχει αποξενωθεί από την ίδια της τη βάση. Οι αληθινοί συγγενείς και φίλοι της παράταξης, αυτοί που επιμένουν να ζουν με την αρχή της πραγματικότητας και τραβούν το κουπί των δυσκολιών της αγοράς και της θεσμικής παρακμής, βρίσκονται πια εκτός των τειχών του κυβερνητικού μηχανισμού. Είναι οι άνθρωποι που δεν ζητούν καθρεφτάκια για ιθαγενείς, αλλά σοβαρότητα, αξιοκρατία και πραγματική ελάφρυνση των βαρών τους.
Η προετοιμασία για τη ΔΕΘ 2026 δεν πρέπει να είναι άλλη μια παράσταση κατασκευασμένων προσδοκιών, αλλά μια ειλικρινής επιστροφή στην πολιτική ευθύνη. Κι όσοι επιμένουμε στον ορθό λόγο, οφείλουμε να μείνουμε αμετακίνητοι και να εγγυηθούμε πως τους πολίτες που αρνούνται να κατοικήσουν στην εικονική πραγματικότητα της κυβέρνησης, δεν θα τους προδώσουμε ποτέ.

