Η νοσταλγία ως καθεστωτικό εργαλείο και η δυναμική της Νέας Μεταπολίτευσης
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Η έννοια της νοσταλγίας, ως λέξη βαθιά ελληνική και συναισθηματικά φορτισμένη, εμπεριέχει στον πυρήνα της τη διττή φύση του «νόστου» και του «άλγους». Όπως μας δίδαξε ο Όμηρος μέσα από την Οδύσσεια, η επιθυμία της επιστροφής στην πατρίδα είναι μια δύναμη τόσο ριζική, που ωθεί τον άνθρωπο να απαρνηθεί ακόμα και την αθανασία, προτιμώντας την ανθρώπινη μοίρα αρκεί αυτή να εκτυλίσσεται στις γνώριμες εστίες του.
Ωστόσο, αυτή η υπαρξιακή αναζήτηση της οικειότητας μεταλλάχθηκε σταδιακά, φτάνοντας στα μέσα του 19ου αιώνα να λογίζεται ως μια ψυχική ασθένεια, ως μια παθολογική άρνηση του παρόντος που τρέφεται από την αναπόληση ενός παρελθόντος που έχει οριστικά χαθεί. Στη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα, αυτή η «ασθένεια» φαίνεται να έχει καταστεί το κυρίαρχο εργαλείο των ηγετικών ομάδων, οι οποίες, αδυνατώντας να παραγάγουν νέο όραμα, καταφεύγουν στη δημιουργία πολιτικών κακέκτυπων.
Αυτή η τάση για ιστορική μίμηση αντανακλάται με ενάργεια στις περιπτώσεις του Αλέξη Τσίπρα και του Κυριάκου Μητσοτάκη, οι οποίοι οικοδόμησαν την εξουσία τους πάνω σε φαντάσματα προηγούμενων δεκαετιών. Και οι δύο πλευρές επέλεξαν να οχυρωθούν πίσω από τη νοσταλγία του παρελθόντος για να νομιμοποιήσουν την καθεστωτική τους φύση, αποφεύγοντας την πραγματική σύγκρουση με τις παθογένειες της χώρας. Ας δούμε παρακάτω γιατί.
Ο Αλέξης Τσίπρας, νοσταλγώντας την εποχή του Ανδρέα Παπανδρέου, προσπάθησε να οικειοποιηθεί τη ρητορική και τον συμβολισμό του 1981, φορώντας τη μάσκα της «πρώτης φοράς αριστερά». Στην πραγματικότητα, όμως, η προσπάθεια του δεν απέβλεπε στην εθνική ανάταση, αλλά στην ολοκληρωτική κατάληψη του κράτους, μετατρέποντας το λαϊκό αίτημα για αλλαγή σε ένα όχημα κομματικής κυριαρχίας. Αυτή η προσπάθεια ελέγχου των μηχανισμών λειτούργησε ως μια μάσκα που κάλυπτε την επιδίωξη για μια καθεστωτική κυριαρχία, η οποία προσπάθησε να ενσωματώσει τη λαϊκή νοσταλγία για τον Ανδρέα Παπανδρέου σε ένα σύγχρονο αλλά προβληματικό κακέκτυπο.
Σήμερα, η προσπάθεια του να επανέλθει με όπλο μια ακόμα πιο επιτηδευμένη προβολή του ως «χαρισματικού ηγέτη» παπανδρεϊκού τύπου, φανερώνει την ένδεια ενός πολιτικού λόγου που παραμένει εγκλωβισμένος σε μια αποτυχημένη απομίμηση, την ώρα που οι ανάγκες της κοινωνίας έχουν προχωρήσει πολύ πέρα από τα συνθήματα του παρελθόντος. Για να ξαναθυμηθούμε τον Όμηρο, αυτή την ιερή, υπαρξιακή ανάγκη του ανθρώπου για επιστροφή στις ρίζες και την αλήθεια του, επιχειρεί σήμερα να καπηλευτεί άθλια ο Αλέξης Τσίπρας μέσα από το σύγγραμμα του «Ιθάκη». Εκεί, ο νόστος δεν είναι η λύτρωση του ομηρικού ήρωα, αλλά μια πολιτική κατασκευή που προσπαθεί να διδάξει μια ψευδεπίγραφη δικαίωση, μετατρέποντας το άλγος ενός ολόκληρου λαού σε εργαλείο για την αναπαραγωγή ενός πολιτικού κακέκτυπου.
Στον αντίποδα αυτής της τακτικής, αλλά με την ίδια ακριβώς λογική της «πολιτικής μεταμφίεσης», κινείται ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος επιδιώκει να εμφανιστεί ως ο απόλυτος συνεχιστής του σημιτικού εκσυγχρονισμού. Υιοθετώντας το προφίλ του Ευρωπαίου τεχνοκράτη και του σοβαρού διαχειριστή, επιχείρησε να νομιμοποιήσει μια διακυβέρνηση που, κάτω από το πρόσχημα της «επιτελικότητας», διολίσθησε στην πιο ωμή μορφή διαπλοκής. Η «επιτελικότητα» λειτούργησε ως ο μηχανισμός εκείνος που επέτρεψε την ιδιοποίηση της δημόσιας σφαίρας από μια κλειστή ομάδα εξουσίας, οδηγώντας σε μια απομίμηση του σημιτικού εκσυγχρονισμού που στερείται όμως αυθεντικότητας.
Η διακυβέρνηση Μητσοτάκη ανέπτυξε και ενσωμάτωσε ένα καθεστώς όπου οι θεσμοί εργαλειοποιούνται και η λήψη αποφάσεων συγκεντρώνεται σε ένα στενό περιβάλλον, μακριά από κάθε έννοια διαφάνειας και λογοδοσίας. Έτσι, η νοσταλγία για την «ευρωπαϊκή κανονικότητα» έγινε η βιτρίνα πίσω από την οποία οικοδομήθηκε ένα σύστημα που υπονομεύει την ίδια την ουσία της αξιοκρατίας και του κράτους δικαίου, μετατρέποντας το κράτος σε προσωπικό «τσιφλίκι».
Η πολυπλοκότητα αυτής της νοσταλγικής προσέγγισης υπερβαίνει μια απλή μανιχαϊστική ανάλυση, καθώς λειτουργεί άλλοτε ως εκτόνωση συντηρητικών αντανακλαστικών απέναντι στη ρευστότητα των σύγχρονων ταυτοτήτων και άλλοτε ως μια «από τα κάτω» αναζήτηση της ιστορικής μνήμης. Τα κακέκτυπα αυτά, όσο καλά κι αν είναι φιλοτεχνημένα με επικοινωνιακά περιτυλίγματα, αδυνατούν να κρύψουν τη φθορά των κινήτρων τους και την καθεστωτική τους φύση.
Όμως, η πατρίδα στην παρούσα συγκυρία δεν έχει την πολυτέλεια να αναλώνεται σε τέτοιες ψευδαισθήσεις, καθώς οι προκλήσεις της παγκόσμιας σκηνής απαιτούν αυθεντικότητα και όχι επικοινωνιακά τεχνάσματα. Η αυθεντικότητα αυτή δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, αλλά μια ιδιότητα που δοκιμάστηκε και αποδείχθηκε στην πράξη, όπως στην περίπτωση της διακυβέρνησης του Αντώνη Σαμαρά. Ο Σαμαράς δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη να υποδυθεί κάποιον προκάτοχο του, ούτε να προβάλει ένα τεχνητό προφίλ για να κερδίσει την αποδοχή, ακριβώς επειδή η πολιτική του παρουσία ήταν προϊόν μιας ειλικρινούς σύγκρουσης με τις παθογένειες της Μεταπολίτευσης.
Μέσα από αυτή την αυθεντική στάση, δημιουργήθηκε μια δυναμική που έθεσε τις βάσεις για τη μετάβαση σε μια Νέα Μεταπολίτευση, ικανή να υπερβεί τα αδιέξοδα του λαϊκισμού και της διαπλοκής. Σήμερα, καθώς η διεθνής συγκυρία γίνεται όλο και πιο ασταθής και απειλητική, η ανάγκη για μια ηγεσία που δεν ετεροπροσδιορίζεται από το παρελθόν γίνεται επιτακτική. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλους «νοσταλγούς» που υπόσχονται επιστροφή σε χαμένους παραδείσους, αλλά ηγέτες που μπορούν να εγγυηθούν το μέλλον με όρους εθνικής αξιοπρέπειας και ρεαλισμού. Υπό αυτό το πρίσμα, οι αποφάσεις του προέδρου Αντώνη Σαμαρά αναμένονται με αγωνία, καθώς είναι οι μόνες που μπορούν να σπάσουν τον φαύλο κύκλο των απομιμήσεων και να προσφέρουν μια καθαρή πρόταση εξόδου από την κρίση ταυτότητας που ταλανίζει τη χώρα.

