Ο τελευταίος που επιμένει να είναι Πολιτικός
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Σύντροφοι και συναγωνιστές, η πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή για την άρση ασυλίας των 13 βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας σχετικά με τις σκοτεινές δικογραφίες του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν ήταν μια τυχαία κοινοβουλευτική στιγμή, αλλά η κορύφωση της στρατηγικής της «Σιδηράς Πειθαρχίας του Χαμόγελου», όπου στο υπαρξιακό ερώτημα «Τι να κάνουμε;» η Κοινοβουλευτική Ομάδα απάντησε ξανά με τη θρησκευτική ευλάβεια των «Ο,τιθελιστών», δηλώνοντας έτοιμη να κάνει ό,τι θα ήθελε ο Μάο του Μαξίμου.
Δεν μένω τόσο στο περιεχόμενο των ψηφισμάτων, όχι πως αυτό δεν είναι σημαντικό, αλλά κυρίως στην κατάντια αυτής της μαζικής ευθυγράμμισης που υποδηλώνει πως οι 156 βουλευτές έχουν παραδώσει το δικαίωμα της συνείδησης στο αρχείο της Πειραιώς, επιτρέποντας σε περιπτώσεις όπως αυτή του Μακάριου Λαζαρίδη και σε λοιπούς γραφειοκράτες της κεντροαριστερής διείσδυσης να καπελώνουν κάθε υγιή φωνή. Αυτή η διοικητική ελίτ των «εισαγόμενων» στελεχών έχει μετατρέψει το λειτούργημα του βουλευτή σε απλό διεκπεραιωτικό γρανάζι μιας μηχανής που εχθρεύεται την ελεύθερη κρίση και πνίγει τους πραγματικά αρίστους αλλά και υγιείς δυνάμεις της παράταξης κάτω από το βάρος της συμμόρφωσης.
Η ακλόνητη αυτή πίστη δεν γεννήθηκε στο κενό, αλλά σφυρηλατήθηκε μέσα από το «Σιδηρούν Μεταρρυθμιστικό Χέρι» που είδαμε στην τροπολογία για το μεταναστευτικό και στα ιδιωτικά πανεπιστήμια, εκεί όπου η πειθαρχία έγινε βούρδουλας και το δίλημμα «ψήφισε ή χάσου» μετέτρεψε 156 βουλευτές σε πειθαρχημένα όργανα της κεντρικής γραμμής, αποδεικνύοντας ότι όποιος δεν θέλει ό,τι θέλει ο Πρόεδρος, απλώς παύει να υφίσταται στον κομματικό χάρτη.
Πέρα από την ωμή βία της διαγραφής, η κυβέρνηση τελειοποίησε και τις πιο υπόγειες μεθόδους, επιστρατεύοντας το «μασάζ» των φροντιστηρίων για την επιστολική ψήφο και τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών, όπου η έννοια του «Ο,τιθελισμού» διευρύνθηκε για να συμπεριλάβει την «πειθαρχημένη αποχή».
Στην δε περίπτωση του γάμου των ομόφυλων ζευγαριών, αυτή η παγκόσμια πρωτοτυπία, όπου οι βουλευτές οδηγήθηκαν στον καφέ αντί της κάλπης για να διασωθεί το φιλελεύθερο προσωπείο του Τιμονιέρη, συνιστά μια ιστορική ύβρη προς τον κοινοβουλευτισμό. Η εικόνα ενός σώματος που αυτοευνουχίζεται πολιτικά για να μην διαταράξει τους γραφειοκράτες του Κέντρου είναι η απόλυτη άρνηση της αποστολής τους, καθώς η αδούλωτη στάση οφείλει να είναι το θεμέλιο κάθε αντιπροσώπου και όχι μια εξαιρετική περίπτωση.
Μέσα σε αυτό το τέλμα, η στάση του Αντώνη Σαμαρά ορθώνεται ως η μοναδική πράξη πολιτικής απελευθέρωσης, μια προσπάθεια να σπάσει τα δεσμά των υγιών δυνάμεων της δεξιάς από το καπέλωμα των «αρίστων» και γραφειοκρατών της εξουσίας. Ο Μεσσήνιος, ως ο τελευταίος που επιμένει να είναι Πολιτικός σε μια εποχή υπαλλήλων, αντιλαμβάνεται ότι η πράξη είναι το μοναδικό κριτήριο για την αλήθεια και επιλέγει να συγκρουστεί μετωπικά με τον αναθεωρητισμό.
Με τη στάση του αυτή, δεν υπερασπίζεται απλώς τον εαυτό του, αλλά επιχειρεί να δώσει ξανά φωνή στους πραγματικά αρίστους της παράταξης και κοινοβουλευτικής ομάδας που σήμερα αναγκάζονται να σκύβουν το κεφάλι μπροστά στους «Μακάριους» της κομματικής ορθοδοξίας. Προτάσσει την πολιτική ανδρεία απέναντι στα επικοινωνιακά τεχνάσματα, υπενθυμίζοντας πως η Δημοκρατία έχει ανάγκη από ελεύθερους ανθρώπους που τολμούν να αναπνέουν έξω από τη γυάλα του Μαξίμου.
Το ερώτημα που πλανάται πλέον πάνω από τα έδρανα είναι αμείλικτο και βαθιά θλιβερό, καθώς γεννά την απορία αν είναι ποτέ δυνατόν σε μια δημοκρατία που καυχιέται για τον πλουραλισμό της, μόνο ένας εκπρόσωπος του έθνους να διαθέτει την κοινοβουλευτική παρρησία να αναμετρηθεί ουσιαστικά με τα σοβαρά θέματα του κοινοβουλευτισμού.
Και τούτο δεν αφορά μόνο την ποιότητα του δημόσιου λόγου, αλλά κυρίως το γεγονός ότι αυτή η μοναχική φωνή επιχειρεί κάτι πολύ ευρύτερο, να απελευθερώσει, δηλαδή, τις υγιείς δυνάμεις της δεξιάς, εκείνους τους πραγματικά αρίστους της κοινοβουλευτικής ομάδας και της παράταξης, που εδώ και χρόνια έχουν καπελωθεί από πρόσωπα και μηχανισμούς που λειτουργούν ως βαρίδια. Είτε από περιπτώσεις που συμβολίζουν την παρακμή της αξιοκρατίας, όπως αυτή του Μακάριου Λαζαρίδη, είτε από γραφειοκράτες της κεντροαριστεράς που εισέβαλαν στον χώρο χωρίς να πιστεύουν ούτε στο ήθος ούτε στο αξιακό του υπόβαθρο.
Συνεπώς, η πρόσφατη «κάθαρση» των 13 βουλευτών λειτούργησε ως μια δημόσια τελετή αυτοκριτικής, θυμίζοντας σε όλους ότι στη σημερινή Νέα Δημοκρατία μπορείς να είσαι είτε ένας ήσυχος «Ο,τιθελιστής» είτε ένας επικίνδυνος οπαδός της «Πράξης». Κι έτσι, η συζήτηση δεν είναι πια μόνο θεσμική, αλλά βαθιά υπαρξιακή. Δεν αφορά μόνο το ποιος μιλά, ποιος τολμά, αλλά το ποιος επιτρέπεται να μιλήσει, να τολμήσει. Και μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο, η προσπάθεια να ανασάνουν οι πραγματικές δυνάμεις της παράταξης μοιάζει με πράξη αντίστασης απέναντι σε ένα σύστημα που προτιμά τη σιωπή από την αλήθεια και τη διαχείριση από την ουσία.
Η Μεγάλη Πορεία, λοιπόν, συνεχίζεται προς τις επόμενες δημοσκοπήσεις με μοναδικό καύσιμο την απόλυτη συμμόρφωση των μπετονακίων, αφήνοντας την αξιοπρέπεια του φρονήματος ως ιστορικό απολίθωμα. Μόνη ελπίδα παραμένει η σθεναρή άρνηση εκείνου του ενός, του τελευταίου Πολιτικού, που επιμένει να δείχνει τον δρόμο για μια παράταξη ελεύθερη από τους «Μακάριους», δηλαδή τους φορείς εκείνης της μικροπολιτικής νοοτροπίας που επιβιώνει χάρη στη διαμεσολάβηση και όχι χάρη στην αξία, τους γραφειοκράτες της κεντροαριστεράς και τελικά, και για εμένα το χειρότερο από όλα… τους επαγγελματίες της σιωπής.

