Διαγγέλματα για υπερπλεονάσματα σε μια πατρίδα που ξέχασε να γεννά και να ελπίζει
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Η σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα μοιάζει να ισορροπεί επικίνδυνα ανάμεσα σε εντυπωσιακά δημοσιονομικά μεγέθη και μια διάχυτη κοινωνική ασφυξία, όπου οι αριθμοί ευημερούν εις βάρος των ανθρώπων. Η ανακοίνωση ενός πρωτογενούς πλεονάσματος που αγγίζει τα 12 δισεκατομμύρια ευρώ για το 2025 παρουσιάζεται από το κυβερνητικό επιτελείο ως ένας δημοσιονομικός θρίαμβος, όμως στην πραγματικότητα αποτελεί το επιστέγασμα μιας πολιτικής που βασίζεται στην υπερφορολόγηση και τη στρέβλωση της οικονομικής πραγματικότητας.
Αυτό το «υπερπλεόνασμα» δεν είναι το προϊόν μιας υγιούς παραγωγικής ανάπτυξης, αλλά το αποτέλεσμα μιας «αφαίμαξης» του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι ανάμεσα στις υψηλές φορολογικές επιβαρύνσεις και έναν επίμονο πληθωρισμό που κατατρώει την αγοραστική τους δύναμη. Σε αυτό το πλαίσιο, η χώρα μοιάζει να έχει χάσει τον προσανατολισμό της, καθώς οι σταθερές αρχές της παραγωγικής ανασυγκρότησης θυσιάζονται στον βωμό των προσωρινών «pass» και των στοχευμένων επιδομάτων, θυμίζοντας τα λόγια του Arthur Schopenhauer για την απουσία στέρεων αρχών που επιτρέπει στα ένστικτα να μας δυναστεύουν αυταρχικά.
Συγκεκριμένα, ο Arthur Schopenhauer στο Τα πάθη του κόσμου γράφει ότι «… χωρίς στέρεες αρχές, τα αντίθετα προς την ηθική ένστικτα, τίθενται σε κίνηση από εξωτερικές εντυπώσεις και μας δυναστεύουν κατά τρόπο απόλυτα αυταρχικό. Το να μένεις σταθερά προσυλωμένος στις αρχές σου, το να τις ακολουθείς σε πείσμα αντιτιθέμενων κινήτρων που σε προκαλούν, σημαίνει ότι είσαι κύριος του εαυτού σου».
Η πολιτική αυτή όχι μόνο στερεί από την οικονομία τη δυνατότητα να αναπτυχθεί αποτελεσματικά, αλλά καλλιεργεί έναν επικίνδυνο κοινωνικό εθισμό στην κρατική ελεημοσύνη, μετατρέποντας το «δωρεάν» επίδομα σε ναρκωτικό που καταπραΰνει προσωρινά τον πόνο της ακρίβειας, ενώ την ίδια στιγμή κάποιος άλλος έχει ήδη υπερφορολογηθεί άγρια για να το χρηματοδοτήσει.
Αυτή η εξάρτηση λειτουργεί ως αδιέξοδο για το ανθρώπινο ένστικτο, αφού στον εγκέφαλο του εξαρτημένου πολίτη η ικανοποίηση γίνεται αυτοσκοπός και η δημιουργικότητα υποχωρεί μπροστά στην αναμονή της επόμενης κρατικής ενίσχυσης. Όταν η επιβίωση συνδέεται με το Fuel Pass ή το Food Pass, ο άνθρωπος χάνει την ικανότητα να ορίζει τη μοίρα του και, κυρίως, χάνει την ικανότητα να ονειρεύεται ένα μέλλον βασισμένο στις δικές του δυνάμεις, αφού «είμαστε από το υλικό που είναι φτιαγμένα τα όνειρα», κατά τον Σαίξπηρ, το οποίο υλικό όμως έχει μολυνθεί από την ανασφάλεια και την κρατική κηδεμονία.
Σε αυτό το τοξικό περιβάλλον, το ερώτημα αν ένας νέος άνθρωπος μπορεί σήμερα να κάνει όνειρα στην Ελλάδα του Κυριάκου Μητσοτάκη βρίσκει μια απάντηση σαφέστατα αρνητική, καθώς τα όνειρα πλέον δεν λειτουργούν ως δοκιμαστικές ασκήσεις του εγκεφάλου για την επίλυση προβλημάτων, αλλά ως μια προσπάθεια εξάλειψης των ανεπιθύμητων «ιών» της καθημερινότητας.
Η αδυναμία των νέων να δουν προοπτική σε μια χώρα που τους αντιμετωπίζει ως φορολογικά υποζύγια οδηγεί αναπόφευκτα στη δραματική επιδείνωση του δημογραφικού προβλήματος, με την Ελλάδα να καταγράφει πλέον τη μια αρνητική επίδοση μετά την άλλη. Η επιταχυνόμενη γήρανση και η μείωση του πληθυσμού, που προβλέπεται να φτάσει τα 7,2 εκατομμύρια μέχρι το τέλος του αιώνα, δεν είναι απλώς ένας στατιστικός κίνδυνος, αλλά μια υπαρξιακή κρίση που ερημώνει την ύπαιθρο και συρρικνώνει το εργατικό δυναμικό, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο όπου λιγότεροι εργαζόμενοι καλούνται να στηρίξουν ένα ασφαλιστικό σύστημα που πιέζεται από το μαζικό κύμα συνταξιοδοτήσεων.
Η εικόνα αυτή σκοτεινιάζει ακόμη περισσότερο από τη δομική κρίση στις γεννήσεις, καθώς ο δείκτης γονιμότητας στο 1,24 επιβεβαιώνει ότι η ίδρυση οικογένειας θεωρείται πλέον απαγορευτική πολυτέλεια για τις νέες γενιές, οι οποίες βλέπουν το προσδόκιμο ζωής να αυξάνεται αλλά την ποιότητα της ζωής τους να φθίνει.
Παρά τις εξαγγελίες για επιδόματα 200 ή 400 ευρώ και παρατάσεις στις επιδοτήσεις καυσίμων, η ουσία παραμένει ότι η χώρα στερείται ενός σοβαρού σχεδίου που θα απαντά στις προκλήσεις της επόμενης δεκαετίας, προτιμώντας να αναλώνεται σε μια διαρκή διαχείριση κρίσεων που συχνά υπερεκλογικεύει το παρελθόν και υποτιμά το μέλλον.
Σε αυτό το σκηνικό της διαρκούς κρίσης, ο Έλληνας πολίτης έχει πλέον κουραστεί να παρακολουθεί τον πρωθυπουργό να εμφανίζεται στις οθόνες του, μέσα από επαναλαμβανόμενα διαγγέλματα τα τελευταία επτά έτη, για να παρουσιάσει με περισπούδαστο ύφος τα «υπερπλεονάσματα» ως τεκμήριο μιας δήθεν «σοβαρής» κυβερνητικής πολιτικής. Αυτή η επικοινωνιακή εμμονή στην αυτοαναφορικότητα και την αυτοθαυμαζόμενη δημοσιονομική πειθαρχία έχει καταντήσει προκλητική, καθώς επιχειρεί να βαφτίσει την αφαίμαξη της κοινωνίας ως οικονομικό επίτευγμα. Η τακτική αυτή όχι μόνο δεν πείθει, αλλά έχει καταφέρει να απαξιώσει πλήρως ακόμα και τον ίδιο τον θεσμό των κοινωνικών ενισχύσεων.
Όταν τα επιδόματα εργαλειοποιούνται ως επικοινωνιακά πυροτεχνήματα για να καλύψουν τις δομικές αποτυχίες μιας χώρας που φθίνει, παύουν να αποτελούν δίχτυ προστασίας και μετατρέπονται σε σύμβολο μιας πολιτικής που υποτιμά τη νοημοσύνη των πολιτών. Η σοβαρότητα μιας κυβέρνησης δεν κρίνεται από τη συχνότητα των διαγγελμάτων ούτε από το μέγεθος των πλεονασμάτων που στοιβάζονται σε βάρος της ανάπτυξης, αλλά από την ικανότητα της να εμπνέει ασφάλεια και προοπτική, κάτι που στην παρούσα συγκυρία έχει αντικατασταθεί από μια τηλεοπτική παράσταση χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα για το αύριο των νέων και της πατρίδας.

