Από τον λιμό του Μάο στη σύγχρονη ενεργειακή και επισιτιστική κρίση της Ευρώπης

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Δύο συνεχόμενες ενεργειακές κρίσεις, ο πόλεμος στην Ουκρανία και η κλιμακούμενη ένταση με το Ιράν, απέδειξαν με δραματικό τρόπο πόσο βαθιά έχει πληγώσει η βίαιη Πράσινη Μετάβαση την Ελλάδα και την Ευρώπη. Οι πρωτοφανείς αυξήσεις στο κόστος ενέργειας, η αποβιομηχάνιση και η συστηματική φτωχοποίηση των πολιτών δεν αποτελούν απρόβλεπτες παρενέργειες, αλλά το νομοτελειακό αποτέλεσμα μιας ιδεοληπτικής πολιτικής που θυσιάζει την παραγωγική βάση και την κοινωνική ευημερία στον βωμό μιας ενεργειακής ουτοπίας.

Η ιστορία δεν διδάσκει απλώς, αλλά προειδοποιεί με ανατριχιαστική ακρίβεια. Το 1958, ο Μάο Τσε Τουνγκ επιχείρησε το «Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός», εξαναγκάζοντας εκατομμύρια αγρότες να εγκαταλείψουν τη γη τους και να λιώσουν τα γεωργικά τους εργαλεία για να παράγουν άχρηστο χάλυβα στις αυλές τους. Το αποτέλεσμα ήταν ένας βιβλικός λιμός με δεκάδες εκατομμύρια νεκρούς, μια αιώνια απόδειξη ότι ο δογματισμός της εξουσίας μπορεί να εξοντώσει έναν λαό πολύ πιο αποτελεσματικά από κάθε φυσική καταστροφή.

Σήμερα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη διακηρύσσει «μεταρρυθμίσεις» και «εκσυγχρονισμό» μέσω πολυνομοσχεδίων, όμως στην πράξη, αυτές οι προσπάθειες θυμίζουν τις κάμινους του Μάο, αφού περιορίζονται σχεδόν αποκλειστικά στην εγκατάσταση φωτοβολταϊκών, στον τουρισμό και τις υπηρεσίες, αφήνοντας στο προκλητικό περιθώριο την εγχώρια βιομηχανία και την πραγματική παραγωγή. Η ελληνική μεταποίηση και ο παραγωγικός ιστός υφίστανται τις ολέθριες συνέπειες αυτών των πολιτικών, καθώς η σκόπιμη στροφή προς μια οικονομία χαμηλής προστιθέμενης αξίας αποδιαρθρώνει κάθε δυνατότητα εθνικής αυτοδυναμίας.

Η «ενοποίηση διαδικασιών για στρατηγικές επενδύσεις» και η ψηφιοποίηση της γραφειοκρατίας μπορεί να φαντάζουν εντυπωσιακές στο χαρτί, όμως στην πραγματικότητα αφορούν έργα που δεν ενισχύουν την παραγωγική ραχοκοκαλιά της χώρας. Ενώ προωθούνται με θέρμη οι μεταρρυθμίσεις στις λαϊκές αγορές ή τη χειροτεχνία, αυτές οι κινήσεις δεν αρκούν για να αντισταθμίσουν τη στρατηγική καταστροφή των υποδομών μας. Οι, όποιες ελληνικές βιομηχανίες έχουν απομείνει στην χώρα, κινδυνεύουν να κλείσουν η μία μετά την άλλη υπό το βάρος του ενεργειακού κόστους, ενώ οι αγρότες, υπό το βάρος του υψηλού κόστους και αυτοί αλλά και εγκατάλειψης της, βλέπουν τη γόνιμη, υψηλής παραγωγικότητας γη τους να μετατρέπεται σε απέραντα «πεδία καθρεπτών».

Η χώρα χάνει την επισιτιστική της αυτάρκεια, θυσιάζοντας το ψωμί του λαού για χάρη της «πράσινης» παραγωγής ρεύματος, σε μια παραλογική εμμονή που προσομοιάζει την καταστροφή των αρότρων από το καθεστώς του Μάο. Αντί η χώρα να παράγει τρόφιμα, «παράγει» επιδοτούμενο ρεύμα, το οποίο συχνά πλεονάζει ή απορρίπτεται, ενώ οι τιμές στα ράφια των σούπερ μάρκετ εκτινάσσονται.

Αυτή η παρακμιακή πορεία γίνεται ακόμα πιο επώδυνη αν αναλογιστεί κανείς την εγκληματική απραξία της κυβέρνησης Μητσοτάκη στο ζήτημα των εγχώριων ενεργειακών πόρων. Αντί να επιταχύνει και να θωρακίσει τις έρευνες για υδρογονάνθρακες σε Αιγαίο και Ιόνιο, η ηγεσία απαξίωσε και καθυστέρησε συστηματικά αυτές τις στρατηγικές επενδύσεις, αφήνοντας την Ελλάδα ενεργειακά γυμνή και πλήρως εξαρτημένη από πανάκριβες εισαγωγές. Στη θέση της πραγματικής ανάπτυξης και της ενεργειακής αυτονομίας, προωθείται μόνο η μετατροπή της πατρώας γης σε τουριστικά projects και φωτοβολταϊκά πάρκα, επιλογές που αποδυναμώνουν την κοινωνική συνοχή και, κυρίως, την εθνική ασφάλεια σε μια εποχή που οι αναθεωρητικοί γείτονες καραδοκούν.

Η Ευρώπη συνολικά διολισθαίνει στον ίδιο δρόμο. Οι Βρυξέλλες, λειτουργώντας με έναν ολοκληρωτικό δογματισμό ανάλογο του Μάο, φαίνεται να θεωρούν την κοινωνική εξαθλίωση και τη συρρίκνωση της μεσαίας τάξης ως ένα «αναγκαίο τίμημα» για την ιδεολογική τους καθαρότητα. Παρουσιάζουν την κοινωνική συντριβή ως «θυσία για τον πλανήτη», ενώ την ίδια στιγμή ο παραγωγικός ιστός διαλύεται και οι πολίτες περιορίζονται σε μια επιλεκτική, επώδυνη κατανάλωση βασικών αγαθών. Η Ελλάδα, αντί να οχυρώνεται αξιοποιώντας τον ορυκτό της πλούτο, καθίσταται έρμαιο των διεθνών πιέσεων, χωρίς αποθέματα και χωρίς στρατηγικό βάθος.

Χωρίς μια άμεση και ριζική στροφή προς πολιτικές που προστατεύουν την παραγωγική βάση και διασφαλίζουν την ενεργειακή και επισιτιστική αυτονομία, η Ελλάδα κινδυνεύει να καταγράψει το δικό της «Μεγάλο Άλμα» ως την οριστική χαριστική βολή στην επιβίωση της. Η πολιτεία οφείλει να αναγνωρίσει ότι η βιωσιμότητα δεν μπορεί να υπάρξει εις βάρος της παραγωγικής ραχοκοκαλιάς και της επισιτιστικής επάρκειας της χώρας. Οφείλουμε να εγκαταλείψουμε τον πειραματικό δογματισμό και να επιστρέψουμε σε έναν ορθολογικό σχεδιασμό, που θα θέτει ως απόλυτη προτεραιότητα την ενεργειακή αυτονομία και την προστασία του βιοτικού επιπέδου των πολιτών, προτού η σημερινή μετάβαση μετεξελιχθεί σε μια μη αναστρέψιμη εθνική υποχώρηση.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.