Το αναγκαίο και το εφικτό στις εξαγγελίες Μητσοτάκη στη ΔΕΘ

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, σύμβουλος επιχειρήσεων – συγγραφέας

Όπως ήταν αναμενόμενο η δημόσια συζήτηση μετά την παρουσία του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ, περιορίστηκε στις ανακοινώσεις κυρίως για τις φορολογικές ελαφρύνσεις. Οι αναφορές σε επιμέρους μεταρρυθμίσεις στην Παιδεία, την Υγεία και τα ενεργειακά ζητούμενα της εποχής υπήρξαν χρήσιμες αλλά απείχαν από ένα ολοκληρωμένο μεταρρυθμιστικό πλάνο για το κράτος, την παραγωγική βάση, τη δικαιοσύνη κι άλλους σημαντικούς τομείς.

Ακόμη όμως κι αυτή η μονοθεϊστική συζήτηση γίνεται με εκατέρωθεν εμμονές και ωραιοποιήσεις. Το φορολογικό πακέτο υπήρξε πολυεπίπεδο και καλύπτει πάγιες ανάγκες της μεσαίας τάξης, όσων αγωνίζονται να δημιουργήσουν πολυμελείς οικογένειες και φυσικά της νεολαίας.

Από την άλλη, υπάρχουν μια σειρά από ζητήματα που παραμένουν ανοιχτά ή από επιλογές που δείχνουν ατελείς.

Στα πλαίσια μιας ολοκληρωμένης δημογραφικής πολιτικής ήταν απαραίτητη η αύξηση του αφορολόγητου για τους πολύτεκνους και οι σημαντικές μειώσεις συντελεστών για όσους έχουν πάνω από δύο παιδιά. Αυτές οι κατηγορίες συμπολιτών μας θα δουν ελαφρύνσεις που καλύπτουν τις επιπτώσεις του πληθωρισμού και οι περισσότεροι από αυτούς θα υπερβούν κατά πολύ αυτό το όριο.

Όλοι οι υπόλοιποι θα αρκεστούν σε μείωση των συντελεστών κατά 2%, περίπου το μισό όσου θα χρειαζόταν για την τιμαριθμοποίηση κάθε κλίμακας. Μάλιστα χωρίς αύξηση του αφορολόγητου που σημαίνει κάποιοι από αυτούς που κινούνται σε εισοδήματα πέριξ του κατώτατου μισθού θα βρεθούν να πληρώνουν ελαφρώς αυξημένους φόρους.

Η φοροαπαλλαγή για νέους έως 25 ετών και οι γενναίες φοροελαφρύνσεις για τους έως 30 ετών, είναι όντως ένα θετικό μέτρο αλλά δεν μπορεί να λειτουργήσει ως κίνητρο για αναστροφή του brain drain και γενικότερα ως στήριξη των νεαρών επιστημόνων, αφού ελάχιστοι βρίσκονται στην αγορά εργασίας πριν τα 25 τους.

Στη φορολόγηση των εισοδημάτων από ενοίκια είναι δεδομένο ότι απαιτούνταν η καθιέρωση μιας δικαιότερης μεσαίας κλίμακας όπως και έγινε, αλλά δυστυχώς διαψεύστηκαν οι πληροφορίες που μιλούσαν για σημαντική μείωση στον αρχικό συντελεστή που παραμένει στο υπερβολικό 15%, όταν οι υπόλοιπες πηγές εισοδημάτων φορολογούνται με 9%. Όταν ο στόχος είναι η διευκόλυνση στην αγορά ακινήτων, ο υψηλός βασικός συντελεστής δημιουργεί προϋποθέσεις για αύξηση των ενοικίων μόλις ξεκινήσει η λειτουργία του νέου ετήσιου επιδόματος για τους ενοικιαστές.

Ο μηδενισμός του ΕΝΦΙΑ σε οικισμούς κάτω των 1500 κατοίκων, ενώ από τη μια φαντάζει ως πράξη κοινωνικής δικαιοσύνης προς ακρίτες και αγρότες, από την άλλη αν δεν συνδυαστεί με κάποιο όριο αξίας του ακινήτου θα προκύψουν εξόφθαλμες αδικίες. Κατοικίες σε παραθεριστικά μέρη με σημαντική αξία θα απαλλαγούν από τον ΕΝΦΙΑ, όταν η πρώτη κατοικία σε λαϊκές γειτονιές των πόλεων θα συνεχίσει να τον πληρώνει παρά το γεγονός ότι η αξία της θα υπολείπεται σημαντικά.

Τέλος, δύο λόγια για το ζήτημα της κατάργησης της προσωπικής διαφοράς. Ο νόμος Κατρούγκαλου μετά από σχεδόν μια δεκαετία εφαρμογής, ήταν επιβεβλημένο να μπει σιγά σιγά στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Άλλωστε μεγάλο ποσοστό των συνταξιούχων που διέθεταν προσωπική διαφορά δεν βρίσκονται πια ανάμεσά μας και το να περάσουν κι άλλα χρόνια με μέρος των συνταξιούχων να μη δικαιούται ούτε ευρώ αύξησης δεν μοιάζει και πολύ δίκαιο. Επίσης, θα πρέπει να έρθει σιγά, σιγά η ώρα πλήρους κατάργησης της εισφοράς αλληλεγγύης που είναι ένα μνημονικό κατάλοιπο εισπρακτικού χαρακτήρα.

Συμπερασματικά, το εφικτό, πρωτίστως δημοσιονομικά, είναι σημαντικό να τηρείται αλλά ταυτόχρονα κάθε σχετική απόφαση θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το κοινωνικά αναγκαίο και κυρίως το ορθολογικά συνεπές των αποφάσεων.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.