Τουρισμός: Προσφορά και ζήτηση, ελαστικές τιμές, αρπαχτές και διαχρονική μετριότητα

Της Μαρίνας Λεωνιδοπούλου

Ο τουρισμός και η ανάπτυξή του είναι hot θέμα. Διαβάζω δεκάδες άρθρα, βλέπω εκατοντάδες αναρτήσεις πάσης φύσεως καταλυμάτων. Ζήτω τα smartphones και ο ευρυγώνιος φακός τους! Όλα φαίνονται ευρύχωρα, φωτεινά, εκατό φορές πιο ζηλευτά από ό,τι είναι στην πραγματικότητα. Με αστέρια (δυο, τρία, τέσσερα, πέντε) ή χωρίς, luxury, boutique, ξενοδοχεία ή μη, άπειρες επιλογές, σε διαφορετικές τιμές, διαλέγεις και παίρνεις, βάσει του βαλαντίου σου και της ορέξεώς σου.

Κι έρχεται μια ώρα, καλή ώρα σαν τις προηγούμενες μέρες, τις Πασχαλινές, που ο νόμος προσφοράς-ζήτησης εκτοξεύει τις τιμές στον Θεό. Αυτό πες πως τρώγεται, οικονομολόγος δεν είμαι, αλλά τους βασικούς νόμους της αγοράς έστω ότι τους έχω μάθει εμπειρικά: ανελαστική προσφορά, ελαστικές τιμές. Που τεντώνονται σαν λάστιχο σφεντόνας προς τον ουρανό (κι αν σου γλιστρήσει το λάστιχο από το δάχτυλο, έρχεται όλη η σφεντόνα και σε βρίσκει στο μάτι).

Ο νόμος όμως αυτός της προσφοράς-ζήτησης αγνοεί την ποιότητα. Πουθενά δεν λέει δηλαδή ότι όσο μεγαλύτερη η ζήτηση, τόσο ψηλότερες οι τιμές και τόσο πιο χάλια η ποιότητα. Ούτε αναφέρεται κάπου πως μια τιμή πρέπει να συμβαδίζει με την ποιότητα. Άσχετα από την προσφορά και τη ζήτηση. Όλα αυτά είναι μεταξύ τους κάπως σχετικά. Κι αν δεν είναι, όπως προσπαθούν κάποιοι να με πείσουν, ε, θα έπρεπε να είναι. Γνώμη μου, δηλαδή.

Ένα δωμάτιο λοιπόν τριάστερου επαρχιακού ξενοδοχείου σε μια άχαρη κωμόπολη μπορεί να είναι value-for-money στα €60 με πρωινό, αλλά γίνεται παράλογα ακριβό όταν χρεώνεται €110 ευρώ το τριήμερο του Πάσχα, μόνο και μόνο επειδή είναι μεγάλη η ζήτηση και ανελαστική η προσφορά.

Γιατί στα €60 έχουμε ίσως καταλήξει να ανεχόμαστε τη μετριότητα, αλλά στα €110, πώς να το κάνουμε; τσινάμε. Δυσανασχετούμε. Αναλύουμε και την παραμικρή χάλια λεπτομέρεια, βάζουμε στην άλλη πλευρά της ζυγαριάς τα υπέρ και μαντέψτε προς τα πού γέρνει η πλάστιγγα.

Θα πούμε τα χειρότερα στους φίλους μας. Θα το θάψουμε στα σόσιαλ. Θα το μαυρίσουμε στο booking.com και στο tripadvisor.com και, το κυριότερο, δεν θα ξαναπατήσουμε το πόδι μας ποτέ. Το επόμενο Πάσχα, φύσει αισιόδοξοι, θα επιλέξουμε το διπλανό αντίστοιχο κατάλυμα και φτου κι απ’ την αρχή.

Εκνευρίζομαι κάθε, μα κάθε φορά που συνειδητοποιώ πως ο άνθρωπος που με φιλοξενεί επί χρήμασι, εμφανώς δεν έχει κάνει τον κόπο να μπει στα παπούτσια μου. Αν τον είχε κάνει, θα είχαν αποφευχθεί τα μισά ατοπήματα, εκτός κι αν πρόκειται περί πολύ μυστήριου τρένου.

Φέτος το Πάσχα, για παράδειγμα, συνάντησα πετσέτες υγρές με την υγρασία του χειμώνα που πέρασε. Μπάνιο ανακαινισμένο με πλακάκια κολλημένα όπως-όπως. Ηλιοβασίλεμα στη θάλασσα πλαισιωμένο από κουρτίνα με μοτίβο ‘70s… Κι ο καφές – αχ, αυτός ο καφές! Νερόπλυμα από πολυκαφετιέρα, η ντροπή του εσπρέσο, του καπουτσίνο, του γαλλικού και πασών των καφέδων!

Είχαν τσεκαριστεί ευλαβικά τα κουτάκια των προδιαγραφών – τις οποίες ορίζει ποιος, αλήθεια;
– TV μεγαλύτερη των 32”: τσεκ
– Ψυγείο με νερό: τσεκ
– Δυο μαξιλάρια στο κρεβάτι: τσεκ
– Δυο ειδών αυγά στο μπουφέ του πρωινού: τσεκ

Η λίστα δε των προδιαγραφών είναι μεγάλη και περιλαμβάνει από τον αριθμό των κρεμαστρών μέχρι το κουτί με τα χαρτομάντιλα στο μπάνιο.

Ποιότητα και αισθητική: θα αστειεύεστε. Τι κι αν η τηλεόραση τοποθετήθηκε στον τοίχο όπου την κρύβει η μπαλκονόπορτα όταν είναι ανοιχτή· αν το ψυγείο, αντί να είναι αμμωνίας, είναι ένα κλασικό μικρό ψυγείο που αγκομαχά όλη νύχτα· αν για να σερβιριστείς την ομελέτα στο μπουφέ, πρέπει να ισορροπήσεις το πιάτο όρθιος στο γόνατό σου (κουτάλα στο ένα χέρι, καπάκι σκεύους στο άλλο, χώρος στο τραπέζι για να ακουμπήσεις μηδενικός). Σιγά τα ωά…

«Έλα μωρέ, έναν ύπνο θα κάνουμε μόνο» είναι, διαχρονικά, το άλλοθι που προσφέρουμε στους ξενοδόχους. Ένα ακόμη «έλα μωρέ», στα εκατομμύρια καθημερινά «έλα μωρέ» που ευθύνονται για τα περισσότερα δεινά της χώρας.

«Έλα μωρέ», λέει λογικά κι ο ξενοδόχος και ζητάει όσα γουστάρει για το δωμάτιο που μπορεί να το πέρναγες ντούκου στα €60, αλλά σου στάθηκε στο λαιμό στα €110. Αφού, βάσει του νόμου προσφοράς-ζήτησης νομιμοποιείται να αυξάνει την τιμή, ποιο ακριβώς κίνητρο έχει να ασχοληθεί με το αν πίνεται ή όχι ο καφές του;

Εκτός αν διαθέτει φιλότιμο. Ή την επιθυμία να αποκτήσει καλή φήμη το κατάλυμά του, αντί να αντιμετωπίζεται ως λύση ανάγκης. Να εξασφαλίσει την πιστότητα, το περίφημο loyalty, για το οποίο δίνονται μάχες καθημερινά, και όχι μόνο στον τουρισμό, με αντίστοιχα προγράμματα.

Για να επιστρέψει όμως κάποιος κάπου θα πρέπει να αισθάνεται πως τον σέβονται και πως παίρνει αξία για τα χρήματά του. Είτε πληρώνει €50 είτε €550.

andro

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.