Το αφήγημα της υπευθυνότητας και η πραγματικότητα της σπατάλης

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει οικοδομήσει ολόκληρη την πολιτική της ταυτότητα πάνω σε ένα επαναλαμβανόμενο αφήγημα, σχεδόν σαν μάντρα, ότι δηλαδή, «εμείς κοστολογούμε, οι άλλοι είναι ανεύθυνοι». Μόνο που η περιβόητη «κοστολόγηση» αποδεικνύεται, στην πράξη, το μοναδικό πεδίο όπου η κυβέρνηση έχει επιδείξει συνέπεια, την κοστολόγηση της ίδιας της προπαγάνδας της. Διότι όταν έρχεται η ώρα της εφαρμογής, η τεκμηριωμένη αποτίμηση από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους απουσιάζει, τα νομοσχέδια συνοδεύονται από αόριστες εκθέσεις και τα πολυδιαφημισμένα «πακέτα στήριξης» ανακοινώνονται αποσπασματικά, με το πραγματικό τους κόστος να αποκαλύπτεται εκ των υστέρων. Έτσι, η «κοστολόγηση» δεν λειτουργεί ως εργαλείο δημοσιονομικής ευθύνης, αλλά ως επικοινωνιακό ρόπαλο.

Η υποκρισία αυτή δεν εξαντλείται στη ρητορική. Αντιθέτως, αποτυπώνεται με σαφήνεια στο έλλειμμα διαφάνειας που χαρακτηρίζει τη διαχείριση του δημοσίου χρήματος. Το Ελεγκτικό Συνέδριο καταγράφει ότι πάνω από 12.800 συμβάσεις, ποσοστό 81,5%, ανατέθηκαν με απευθείας διαδικασίες, ενώ στο 61% των περιπτώσεων υπήρξε μόλις μία προσφορά. Αυτό δεν συνιστά διαχείριση, αλλά θεσμοθετημένη εκτροπή, όπου ο τεχνητός κατακερματισμός των συμβάσεων παρακάμπτει κάθε έννοια ανταγωνισμού και ελέγχου. Δεν είναι τυχαίο ότι το ίδιο το ανώτατο ελεγκτικό όργανο μιλά για «κακή δημοσιονομική διαχείριση», τον ίδιο χαρακτηρισμό που η κυβέρνηση επιφυλάσσει για τους αντιπάλους της.

Η εικόνα αυτή επαναλαμβάνεται και σε κρίσιμους τομείς. Στον ΟΠΕΚΕΠΕ, η ελεγκτική εταιρεία αποχώρησε καταγγέλλοντας αδυναμία πρόσβασης σε κρίσιμα στοιχεία, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επέβαλε πρόστιμο 415 εκατομμυρίων ευρώ για συστηματικές αστοχίες της ίδιας περιόδου κατά την οποία η κυβέρνηση διαβεβαίωνε ότι «όλα λειτουργούν». Το κόστος, φυσικά, δεν είναι πολιτικό αλλά κοινωνικό, αφού μετακυλίεται απευθείας στους φορολογούμενους.

Και αν κάποιος αναζητά ένα απτό παράδειγμα «ανευθυνότητας», δεν έχει παρά να εξετάσει τα οικονομικά του ίδιου του κυβερνώντος κόμματος. Η Νέα Δημοκρατία εμφανίζει συσσωρευμένα χρέη που αγγίζουν τα 542 εκατομμύρια ευρώ, τραπεζικές υποχρεώσεις άνω των 531 εκατομμυρίων, έσοδα 18,4 εκατομμυρίων και δαπάνες που υπερβαίνουν τα 71 εκατομμύρια. Το κόμμα που απαιτεί «εξονυχιστική κοστολόγηση» από τους άλλους, δεν έχει παρουσιάσει ούτε σχέδιο αποπληρωμής ούτε στοιχειώδη στρατηγική εξυγίανσης. Με άλλα λόγια, η ίδια η κυβέρνηση καθίσταται το πιο πειστικό παράδειγμα της ανευθυνότητας που καταγγέλλει.

Σε βαθύτερο επίπεδο, ωστόσο, το πρόβλημα δεν είναι απλώς συγκυριακό. Η Νέα Δημοκρατία δεν διαφοροποιείται ουσιαστικά από τον ΣΥΡΙΖΑ, υιοθετώντας την ίδια λογική διακυβέρνησης, την επίκληση του «έκτακτου» ως άλλοθι για την παράκαμψη διαδικασιών, απευθείας αναθέσεις, περιορισμένη διαφάνεια και σπατάλη πόρων. Η διαφορά δεν είναι ποιοτική, αλλά ποσοτική και σε πολλές περιπτώσεις, δυσμενώς κλιμακούμενη. Γι’ αυτό υπάρχει βέβαια μια κρίσιμη λεπτομέρεια, καθώς στον ΣΥΡΙΖΑ δεν έτυχε Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Από δημοσιονομική σκοπιά, άλλωστε, η επίκληση της «υπευθυνότητας» στερείται ουσίας. Η Ελλάδα μπορεί να βγήκε το 2022 από την ενισχυμένη εποπτεία, αλλά παραμένει υπό την αυστηρή επιτήρηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνές Νομισματικού Ταμείου, όχι λόγω κάποιας εσωτερικής αρετής, αλλά εξαιτίας του υπέρογκου δημόσιου χρέους. Η λεγόμενη «κοστολόγηση» δεν αποτελεί προϊόν αυτόνομης πολιτικής βούλησης, αλλά αποτέλεσμα εξωτερικής επιτήρησης, που παρουσιάζεται τεχνηέντως ως κυβερνητική επιτυχία.

Εντέλει, η εμμονή στην «κοστολόγηση» ως επικοινωνιακό πυροτέχνημα δεν πλήττει μόνο την οικονομική διαχείριση, αλλά τον ίδιο τον πυρήνα της δημοκρατικής λογοδοσίας. Όταν η εξαίρεση μετατρέπεται σε κανόνα, όταν οι απευθείας αναθέσεις κανονικοποιούνται και τα ευρωπαϊκά πρόστιμα αντιμετωπίζονται ως «παράπλευρες απώλειες», τότε το πρόβλημα παύει να είναι λογιστικό και γίνεται βαθιά θεσμικό. Η χώρα δεν έχει ανάγκη από «άριστους» διαχειριστές της εικόνας, αλλά από μια πολιτική ηθική που θα τολμήσει πρώτα να κοστολογήσει τα δικά της λάθη, πριν επιχειρήσει να τιμολογήσει το μέλλον της κοινωνίας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.