Συνάντηση – βιτρίνα στην Άγκυρα
Γράφει ο Γιώργος Παντάκης
«Ηρεμα νερά» στα λόγια, τουρκικές δεσμεύσεις στο Αιγαίο στην πράξη
Η χθεσινή συνάντηση του Έλληνα Πρωθυπουργού με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Τουρκία δεν ήταν απλώς άκαρπη. Ήταν ένα καλοστημένο διπλωματικό φιάσκο, μια επίσκεψη χαμηλών προσδοκιών και ακόμη χαμηλότερων αποτελεσμάτων, σχεδιασμένη αποκλειστικά για εσωτερική κατανάλωση.
Το μήνυμα δόθηκε από την πρώτη στιγμή: ο Έλληνας Πρωθυπουργός δεν υποδέχθηκε ως αρχηγός κράτους στο αεροδρόμιο. Ο Ερντογάν δεν θεώρησε καν σκόπιμο να στείλει τον υπουργό Εξωτερικών. Έστειλε τον… υπουργό Τουρισμού.
Μια κίνηση συμβολική, αλλά καθόλου τυχαία. Στην Ανατολή τα σύμβολα μετράνε. Και το σύμβολο ήταν σαφές: χαμηλή πολιτική βαρύτητα, χαμηλές απαιτήσεις, χαμηλό κόστος.
Η ελληνική πλευρά: εικόνα αντί στρατηγικής
Η ελληνική κυβέρνηση πήγε στην Άγκυρα με μοναδικό στόχο να πουλήσει στο εσωτερικό της χώρας το αφήγημα ότι «όσο μιλάμε με τους Τούρκους κερδίζουμε» και ότι επικρατούν τα περιβόητα «ήρεμα νερά».
Για τον λόγο αυτό κουβάλησε πέντε υπουργούς, υπέγραψε μια σειρά από μικροσυμφωνίες χαμηλής πολιτικής και τις παρουσίασε ως διπλωματική επιτυχία.
Όμως η εξωτερική πολιτική δεν είναι βιτρίνα, ούτε οι ελληνοτουρκικές σχέσεις λύνονται με συμβολικές υπογραφές όταν τα μεγάλα ζητήματα αποφεύγονται συστηματικά.
Αυτό δεν λέγεται ρεαλισμός. Λέγεται φοβική διαχείριση.
Η πραγματικότητα διαψεύδει τα «ήρεμα νερά»
Ενώ ο Πρωθυπουργός μιλά για «ηρεμία» και «διάλογο», η πραγματικότητα στο Αιγαίο είναι εντελώς διαφορετική:
Η Τουρκία έχει δεσμεύσει παράνομα με NAVTEX περιοχές του Αιγαίου επ’ αόριστον, αμφισβητεί εμπράκτως κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας,
και μπλοκάρει την πόντιση του ηλεκτρικού καλωδίου προς τα ελληνικά νησιά, απαγορεύοντας τη διέλευση από περιοχές ελληνικής δικαιοδοσίας.
Αυτά δεν είναι «ήρεμα νερά». Αυτο δείχνει ποιος κάνει κουμάντο στα «ήρεμα νερά».
Είναι σταδιακή εμπέδωση τετελεσμένων.
Η τουρκική πλευρά: καθαρό παιχνίδι, καθαρός στόχος
Ο Ερντογάν χρησιμοποίησε τη συνάντηση ακριβώς όπως έπρεπε: εργαλειακά και χωρίς αυταπάτες.
Ο πραγματικός του στόχος δεν ήταν ούτε η φιλία ούτε ο διάλογος.
Ήταν να πιέσει την Ελλάδα να πάψει να τον μπλοκάρει από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα SAFE, ώστε η Τουρκία να εξασφαλίσει χρηματοδότηση και στρατηγικά οφέλη.
Και το έκανε χωρίς να δώσει απολύτως τίποτα σε αντάλλαγμα. Ούτε στο Αιγαίο, ούτε στην Ανατολική Μεσόγειο, ούτε στο καλώδιο, ούτε στις NAVTEX.
Αιγαίο: είπαμε τις θέσεις μας και… προχωράμε;
Για τα κρίσιμα θέματα του Αιγαίου απλώς «ειπώθηκαν, τυπικά, οι γνωστές θέσεις», χωρίς αντιπαράθεση, χωρίς πίεση, χωρίς κόστος για την άλλη πλευρά. Όχι επειδή υπήρξε σύγκλιση, αλλά επειδή συμφωνήθηκε να μη δοθεί καμία μάχη.
Έτσι ικανοποιήθηκαν και τα δύο ακροατήρια:
η ελληνική κυβέρνηση έδειξε ότι «συνομιλεί»,
η τουρκική ηγεσία έδειξε ότι «δεν υποχωρεί».
Η ουσία, για άλλη μια φορά, απουσίαζε.
«Θέλετε πόλεμο;» — το μόνιμο επιχείρημα της σιωπής
Κάθε φορά που κάποιος από την ελληνική πλευρά τολμά να θέσει ζήτημα αποφασιστικότητας, απάντηση είναι μία:
«Τι θέλετε, πόλεμο;»
Ένα ψευτοδίλημμα που λειτουργεί ως φίμωτρο.
Λες και η υπεράσπιση κυριαρχικών δικαιωμάτων ταυτίζεται με πολεμοκαπηλεία.
Λες και η διπλωματία ασκείται μόνο με υποχωρήσεις.
Συμπέρασμα.
Η συνάντηση στην Άγκυρα δεν ήταν βήμα ειρήνης ούτε ένδειξη ισχύος. Ήταν ένα επικοινωνιακό άλλοθι για μια κυβέρνηση που φοβάται τη σύγκρουση περισσότερο απ’ όσο φοβάται τη σταδιακή απώλεια εθνικού χώρου.
Όταν η εξωτερική πολιτική γίνεται διαχείριση φόβου και όχι στρατηγικής, τότε τα «ήρεμα νερά» είναι απλώς ησυχία πριν από τη μονιμοποίηση των τετελεσμένων.

