Πίσω από τις μάσκες…

Γράφει ο Dr Γιώργος Γιαννούσης, Ψυχοθεραπευτής, Οικογενειακός θεραπευτής

Ξεκινώντας η νέα σχολική χρονιά το μείζον ζήτημα που απασχολεί την επικαιρότητα είναι η ιστορία με τις μάσκες που πρέπει φορούν οι μαθητές στα σχολεία και το φαινόμενο των «αρνητών της μάσκας». Ένα θέμα που δεν έχει κατά την άποψή μου καμιά χρησιμότητα να μονοπωλεί το ενδιαφέρον δεδομένου πως η χρήση της μάσκας είναι υποχρεωτική και σύμφωνα με τους ειδικούς απαραίτητη για την πρόληψη της εξάπλωσης του ιού. Τελεία και Παύλα. Τα ζητήματα της εκπαίδευσης παραμένουν άλλα και κάποια από αυτά είναι διαχρονικά, όπως η έλλειψη υποδομών και σύγχρονου τεχνολογικού εξοπλισμού, η έλλειψη επαρκούς αριθμού εκπαιδευτικών, η επικαιροποίηση της εκπαιδευτικής μεθοδολογίας και η συνεχής εκπαίδευση και αξιολόγηση του εκπαιδευτικού προσωπικού και ένα σωρό άλλων ζητημάτων. Θα αναφερθώ σε ένα από αυτά για να βοηθήσω στην αλλαγή της ατζέντας των συζητήσεων στο δημόσιο διάλογο.

Πριν από κάποιες δεκαετίες η εκπαιδευτική κοινότητα, οι ειδικοί, αλλά και οι γονείς αντιμετώπιζαν τη σχολική υστέρηση ή αποτυχία ως χαρακτηριστικό της προσωπικότητας του παιδιού που δεν αγαπά, δεν τα καταφέρνει με τα γράμματα ή ενώ είναι πολύ έξυπνο δεν στρώνεται να διαβάσει. Οι διαγνωστικές κατηγορίες ήταν αδρές και χοντροκομμένες με αποτέλεσμα πολλά παιδιά που δεν ανήκανε στο φάσμα των μαθητών που δεν επενδύανε, αλλά όντως αντιμετώπιζαν κάποια μαθησιακή δυσκολία ή δυσκολία προσαρμογής στο δασκαλοκεντρικό σύστημα διδασκαλίας, να αδικούνται και να στιγματίζονται ως προβληματικά.

Από την άλλη, την τελευταία δεκαετία οι μαθησιακές δυσκολίες, η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας ΔΕΠΥ, η δυσλεξία και άλλα πολλά, υπάρχουν στο λεξιλόγιο σχεδόν κάθε δασκάλου, γονιού και ειδικού. Όμως έχοντας ως στόχο να εντάξουμε όσους μαθητές πραγματικά είχαν πρόβλημα, ευαισθητοποιώντας τη σχολική κοινότητα και την οικογένεια, φτάσαμε στην πλήρη «ιατρικοποίηση» του φαινομένου και την αυθαίρετη κατηγοριοποίηση των μαθητών σε κουτάκια – ταμπέλες του τύπου υπερκινητικός, διασπαστικός, πήγαμε δηλαδή από το ένα άκρο στο άλλο.

Δίχως να υποστηρίζω την επιστροφή στο σύστημα του παραδοσιακού σχολείου, το οποίο τιμωρούσε το μαθητή που είχε μειωμένες γνωστικές ικανότητες, επισημαίνω πως θα πρέπει να είμαστε περισσότερο προσεκτικοί στον διαχωρισμό των πραγματικών δυσκολιών από τις προθέσεις και αξιώσεις των μαθητών, από το πόσο δηλαδή κοπιάζουν και επενδύουν στη μάθηση και προτείνω μια διαφορετική μεθοδολογία για την υγιή εκπαιδευτική αλλά και ψυχοκοινωνική τους ανάπτυξη.

Αυτό που χρειάζεται πρώτα από όλα για να το πετύχουμε αυτό είναι ένα ευέλικτο και ανοιχτό εκπαιδευτικό σύστημα και αντιστοίχως εκπαιδευτικούς που εξελίσσονται δημιουργικά στο επάγγελμά τους. Ένα τέτοιο σύστημα κατανοεί σε βάθος πως ο κάθε μαθητής μαθαίνει διαφορετικά και είναι ικανό να ενσωματώνει τους τύπους εκείνους των μαθητών που σκέφτονται και λειτουργούν περισσότερο αφαιρετικά, είναι περισσότερο καλλιτεχνικοί, αρέσκονται στη βιωματική μάθηση κι όχι στην παπαγαλία, χωρίς ωστόσο να εξοστρακίζει τους μαθητές που είναι ευπροσάρμοστοι στο σημερινό σύστημα διδασκαλίας και κινούνται με άνεση στις απαιτήσεις του. Το ευμετάβλητο εκπαιδευτικό σύστημα επιτρέπει την κινητικότητα, άρα και την κίνηση, δεν απαιτεί επομένως από τους μαθητές να είναι «βιδωμένοι» στις θέσεις τους και δεν τρομάζει με τις διαφορετικές συμπεριφορές. Επιπλέον ένα τέτοιο σύστημα ενδιαφέρεται για την εξέλιξη (ή την πρόοδο αν θέλετε) κι όχι μόνο για την απόδοση, η οποία παραμένει σαφώς μια σημαντική παράμετρος. Έτσι, ανεξαρτήτως της κατηγορίας όπου ανήκει κάποιος μαθητής, αυτό που έχει σημασία είναι να επαναφέρει το σχολείο, ως αξία στη μαθησιακή του κουλτούρα, τη δυναμική που αναπτύσσει ο μαθητής, τον κόπο που επενδύει και τη συμμετοχική του διάθεση, έναντι ίσως της στείρας ανταγωνιστικής βαθμολογικής επίδοσης.

Η αντίληψη αυτή βοηθάει στο να εισάγουμε ένα άλλο βλέμμα στην «αξιολόγηση» των μαθητών το οποίο εστιάζει στη δέσμευση, δηλαδή στην ικανότητα του μαθητή να επενδύει, σε αντίθεση με αυτόν που τεμπελιάζει κι όχι στη διάσταση «δυσλειτουργικού» και «φυσιολογικού» μαθητή, διότι αυτή η διάσταση είναι πλαστή και άδικη.

Για να καταφέρουμε να αναπτύξουμε την παραπάνω μαθησιακή κουλτούρα χρειάζεται ο προσανατολισμός της παιδείας να στραφεί σε νέες νοηματικές κατασκευές οι οποίες θα προτάσσουν την κοινωνικοποίηση, την ανατροφή και εν τέλει την ανάπτυξη της υγιούς προσωπικότητας των παιδιών. Η παιδεία με αυτούς τους προσανατολισμούς ενδέχεται να δημιουργεί αυτόνομα υποκείμενα ικανά να αγαπούν τη μάθηση και να απορροφούν τη γνώση, να δημιουργεί δηλαδή υγιής προσωπικότητες και συνάμα καλούς μαθητές.

Η εκπαίδευση λοιπόν δεν έχει ως σκοπό της την ομογενοποίηση ή αντιστρόφως την περιθωριοποίηση των μαθητών, αλλά τη διαφοροποίησή τους μέσα από τη υγιή αλληλεπίδραση όλων των συμμετεχόντων στο εκπαιδευτικό γίγνεσθαι.

Ας μην κρυβόμαστε λοιπόν πίσω από τις μάσκες, με μάσκες ή χωρίς όταν με το καλό περάσουμε τον σκόπελο της πανδημίας, το βλέμμα μας χρειάζεται να είναι στραμμένο στα ουσιαστικά ζητήματα ή/και προβλήματα της εκπαίδευσης.

LarissaPress

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.