Όταν οι συμβολισμοί της ισχύος υποκλίνονται στην παθητική αυτοσυντήρηση και στα τετελεσμένα της Άγκυρας

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Η τριμερής συνάντηση στην Πάφο, με τους Μητσοτάκη, Μακρόν και Χριστοδουλίδη να ανταλλάσσουν όρκους αλληλεγγύης υπό τη σκιά των ελληνικών F-16 και της φρεγάτας «Κίμων», πλασαρίστηκε ως μια στιγμή «υψηλού γεωπολιτικού αποτυπώματος» σε μια Ανατολική Μεσόγειο που φλέγεται. Οι διακηρύξεις ότι η ασφάλεια της Κύπρου αποτελεί πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της ευρωπαϊκής ασφάλειας και οι αναφορές στη ρήτρα αμοιβαίας άμυνας επιχείρησαν να στήσουν ένα ανάχωμα απέναντι στην κλιμακούμενη κρίση στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, πίσω από τη βιτρίνα των διπλωματικών ανακοινώσεων και των ηχηρών συμβολισμών, η πραγματικότητα παραμένει πεισματικά πιο σκοτεινή, καθώς η εκκωφαντική σιωπή των τριών ηγετών απέναντι στις συνεχιζόμενες και κλιμακούμενες κινήσεις της Τουρκίας επί του κυπριακού εδάφους και της θάλασσας αλλά και των ελληνικών υδάτων εκθέτει τα όρια αυτής της «ευρωπαϊκής ασπίδας».

Αυτή η έντονη κινητικότητα, που παρουσιάζεται ως στρατηγική επιτυχία, μοιάζει συχνά με αυτό που ο Παναγιώτης Κονδύλης περιέγραψε ως «σκιαμαχία» ενός έθνους που έχει εγκλωβιστεί σε μια παθητική αυτοσυντήρηση. Την ώρα που οι ηγέτες στην Πάφο απέφευγαν επιμελώς να κατονομάσουν ή να καταδικάσουν τις τουρκικές παραβιάσεις στη «νεκρή ζώνη», τη σταδιακή προσάρτηση της Πύλας ή την εμπέδωση τετελεσμένων στα Βαρώσια, η Άγκυρα και η τουρκοκυπριακή ηγεσία περνούσαν στην αντεπίθεση. Με μια προκλητική αντιστροφή της πραγματικότητας, έσπευσαν να καταδικάσουν την ενίσχυση της Κύπρου με τα ελληνικά μαχητικά και τις γαλλικές φρεγάτες ως «επικίνδυνη απειλή» και «αιτία αποσταθεροποίησης», την ίδια στιγμή που οι ίδιοι αυξάνουν συστηματικά τη δική τους στρατιωτική παρουσία, αναβαθμίζοντας τις υποδομές τους και αυξάνοντας τον αριθμό των μαχητικών στα κατεχόμενα.

Η «ευρωπαϊκή ένταξη» κινδυνεύει έτσι να εκληφθεί ως μια μεταμφιεσμένη επιθυμία «άλλοι να μας ταΐζουν και άλλοι να φυλάνε τα σύνορα μας», ενώ ο αντίπαλος εφαρμόζει στην πράξη τη «Γαλάζια Πατρίδα» παρεμποδίζοντας την πόντιση καλωδίων ή τις γεωτρήσεις χωρίς την παραμικρή ουσιαστική αντίδραση. Η δική μας πλευρά τείνει να μετατρέπει την ανάγκη σε φιλοτιμία, χρησιμοποιώντας τις ρητορικές εξάρσεις ως ψυχολογική υπεραναπλήρωση για την έλλειψη ενός πραγματικού, σφύζοντος γεωπολιτικού δυναμικού. Η εικόνα των ηγετών να «συνδιαμορφώνουν» τις παγκόσμιες εξελίξεις, την ίδια στιγμή που η Άγκυρα αλωνίζει ανενόχλητη στην κυπριακή και ελληνική ΑΟΖ, φέρνει αναπόφευκτα στο μυαλό τον διοικητή του Τολστόη στο «Πόλεμος και Ειρήνη», ο οποίος σε περιόδους ηρεμίας φαντάζεται πως το καράβι του λαού κινείται χάρη στις δικές του προσπάθειες.

Όσο η θάλασσα της Ιστορίας ήταν σχετικά γαλήνια, η αυταπάτη της κυριαρχίας μπορούσε να συντηρηθεί με το κοντάρι μιας σαθρής βαρκούλας που ακουμπούσε στο μεγάλο καράβι των εξελίξεων. Τώρα όμως που η φουρτούνα στη Μέση Ανατολή ξέσπασε, το καράβι κινείται αυτόνομα και βίαια, αφήνοντας τους ηγέτες στην κατάσταση του άχρηστου και αδύναμου ανθρώπου που παρακολουθεί αμήχανος τα τετελεσμένα να στοιβάζονται το ένα πάνω στο άλλο, χωρίς καν να τολμά να τα αναχαιτίσει. Η «αμυντική στάση» που επικαλέστηκαν, αν και αναγκαία για την αποφυγή πολεμικής εμπλοκής, μετατρέπεται σε μια επικίνδυνη ακινησία που νομιμοποιεί την τουρκική επεκτατικότητα διά της σιωπής.

Σε έναν κόσμο που δεν σέβεται το δίκαιο αλλά την ισχύ, η ασφάλεια της Μεγαλονήσου δεν μπορεί να εξασφαλιστεί ούτε από τα Mistral ούτε από τις «ευχαριστίες» στους εταίρους, όσο η Τουρκία αντιλαμβάνεται ότι οι κόκκινες γραμμές της Ευρώπης είναι σχεδιασμένες στην άμμο και σβήνονται με την πρώτη Navtex. Η πραγματική αποτρεπτική ισχύς απαιτεί μια στιβαρή εθνική στρατηγική που υπερβαίνει τη διπλωματία των συμβολισμών και εδράζεται στην ικανότητα της χώρας να προασπίζεται τα δίκαια της με ίδια μέσα, χωρίς να ετεροπροσδιορίζεται από τις διαθέσεις τρίτων ή να διστάζει να κατονομάσει τον εισβολέα.

Σε αυτό το ρευστό γεωπολιτικό σκηνικό, οφείλουμε επιτέλους να αναγνωρίσουμε τη σκληρή ιστορική αλήθεια που περιέγραψε ο Παναγιώτης Κονδύλης στο Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου: το σύγχρονο ελληνικό κράτος δεν αποτελεί το επιστέγασμα μιας εθνικής διεύρυνσης, αλλά το απομεινάρι ενός δραματικού ακρωτηριασμού. Η «σύμπτωση» έθνους και κράτους επήλθε μέσα από μια πυκνή αλυσίδα εθνικών καταστροφών, από τον αφανισμό του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας και της Ρωσίας έως την εκδίωξη από την Κωνσταντινούπολη (1955) και τη βόρεια Κύπρο (1974), που μέσα σε ελάχιστο ιστορικό χρόνο, μόλις εβδομήντα χρόνια, συρρίκνωσαν τη γεωπολιτική μας εμβέλεια. Όταν οι ηγέτες στην Πάφο σιωπούν μπροστά στις νέες τουρκικές μεθοδεύσεις επί του εδάφους, ουσιαστικά αποδέχονται τη συνέχιση αυτής της αποσύνθεσης, λησμονώντας ότι αυτές οι καταστροφές δεν επιδέχονται αναπλήρωση ή αντιστάθμιση.

Αν η σημερινή ηγεσία συνεχίσει να βαφτίζει την παθητική αυτοσυντήρηση «στρατηγική επιτυχία», κινδυνεύει να καταγραφεί ως ο θεατής του τελευταίου επεισοδίου μιας ιστορικής συρρίκνωσης, όπου το κράτος θα παραμένει «ασφαλές» στη θεωρία, ενώ το έθνος θα εξακολουθεί να ακρωτηριάζεται στην πράξη. Η αληθινή τιμή στην ιστορία και την ασφάλεια της Κύπρου δεν αποδίδεται με ευχολόγια, αλλά με τη συνειδητοποίηση ότι κάθε νέα υποχώρηση, κάθε σιωπή μπροστά στα τετελεσμένα, προσθέτει απλώς έναν ακόμη κρίκο στην αλυσίδα μιας μη αναστρέψιμης εθνικής καταστροφής.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.