Όχι άλλα κλάματα για την Καρυστιανού
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, σύμβουλος επιχειρήσεων – συγγραφέας
Είναι πλεονασμός να επιχειρούμε να εξηγήσουμε γιατί είναι αδιαπραγμάτευτος ο σεβασμός απέναντι στο θρήνο μιας ανείπωτης τραγωδίας, όπως ο χαμός του ίδιου σου του παιδιού. Όπως είναι εξίσου προφανές ότι οποιαδήποτε άποψη ή παρέμβαση αφορά τη δημόσια ζωή, διαθέτει μια πολιτική χροιά και μπορεί να κρίνεται αποκλειστικά γι’ αυτή, χωρίς εξαιρέσεις και προαπαιτούμενα.
Η Μαρία Καρυστιανού αρθρώνει εξ αρχής έναν λόγο που ξεπερνά τα στενά πλαίσια διεύρυνσης της υπόθεσης των Τεμπών και της δίκαιης απονομής ευθυνών. Από την πρώτη στιγμή, εξασκούσε το αναφαίρετο δικαίωμα στην γενικότερη κοινωνική και πολιτική κριτική θέτοντας ζητήματα που αγγίζουν ζητήματα όπως τη διαφθορά και τη δικαιοσύνη.
Ούτε αρνήθηκε ποτέ την πιθανότητα να δημιουργηθεί νέος πολιτικός φορέας με αφορμή το σιδηροδρομικό ατύχημα, δηλώνοντας απλώς ότι κάτι τέτοιο ξεκινά από κοινωνικές διεργασίες κι όχι από συμφωνίες κορυφής κι ότι η ηγεσία του κινήματος δεν είναι υποχρεωτικό να δοθεί στην ίδια. Κι αυτό δεν την καθιστά ούτε ένοχη για κάτι, ούτε υποκρίτρια.
Αυτά είναι τα δεδομένα και κανείς δεν μπορεί να τα αρνηθεί ή να τα παρερμηνεύσει. Αν τώρα οι όποιες θεμιτές πολιτικές προθέσεις μπορούν να μετασχηματιστούν σε δομημένο κομματικό μηχανισμό που θα κατορθώσει μάλιστα να παίξει και σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις, είναι κάτι που θα κριθεί στην πορεία κι εξαρτάται τόσο από τις συγκεκριμένες θέσεις σε συγκεκριμένα θέματα (θεσμικά, οικονομικά, εθνικά και κοινωνικά) όσο και στην ομάδα που θα κληθεί να υποστηρίξει και να εκτελέσει αυτές τις θέσεις.
Πέρα όμως από το τι στίγμα θα αποκαλύψει ο νέος φορέας και πώς οι αντιθέσεις και οι αντιφάσεις που θα προκύψουν θα απογοητεύσουν διαφορετικά εκλογικά κοινά, συρρικνώνοντας την τελική απήχηση, όπως έχει συμβεί σε όλες τις νεότευκτες πολιτικές ενέργειες, το θλιβερό είναι ότι κι αυτή η προσπάθεια μοιάζει εγκλωβισμένη σε μια λογική ανεύρεσης ενός νέου Μεσσία. Η μη ενασχόληση με την ενεργό πολιτική φαντάζει με εχέγγυο αξιοπιστίας, ενώ δεν είναι. Η συγκινησιακή ταύτιση με το προσωπικό δράμα οδηγεί σε μια άτυπη αγιοποίηση, ενώ επίσης δεν είναι καθόλου έτσι.
Σχεδόν 52 χρόνια μετά τη μεταπολίτευση και με τις συζητήσεις, ειδικά μετά την εμφάνιση της οικονομικής κρίσης, να γυροφέρνουν την έλλειψη διεθνούς ηγεσίας και την ανάγκη θεσμικής αναδιάρθρωσης, εγχώριας αλλά και διακρατικής, είναι τουλάχιστον εντυπωσιακό ότι και πάλι το επίκεντρο βρίσκεται στο πρόσωπο και τα χαρακτηριστικά του κι όχι τόσο στις δομικές παρεμβάσεις ενίσχυσης της διαφάνειας, της δημοκρατικής αντιπροσωπευτικότητας, της λογοδοσίας, της εμπιστοσύνης στο σύστημα και της εξασφάλισης της συμμετοχής όλων στην άσκηση της εξουσίας πέρα από παρεοκρατίες και νεποτισμούς.
Δυστυχώς η επένδυση σε κάθε νέο Μεσσία είναι σχεδόν νομοτελειακά καταδικασμένη να κάνει τον συνήθη κύκλο από την επευφημία στην αποκαθήλωση και να καταλήξει στην σταύρωση και την λήθη. Αν ούτε τώρα γίνει η ανάγκη για μια νέα μεταπολίτευση κυρίαρχο ζητούμενο στο πολιτικό λόγο, δεν είμαι σίγουρος αν και πότε θα αποκτήσει ποτέ την απαιτητική χροιά που της αναλογεί.

