Η ψυχοπαθολογία της απληστίας…

Γράφει ο  Γιάννης Γιώσας   

Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι και η απληστία. Από το στερητικό «α» και το επίθετο «πληστός» που σημαίνει πλήρης, γεμάτος, η λέξη σημαίνει την πλεονεξία. Άπληστος, επομένως, είναι ο πλεονέκτης, ο ακόρεστος, ο ανεκπλήρωτος από την επιθυμία. «Επιθυμώ», κατά κυριολεξία σημαίνει «προάγω από το στήθος μου μια εσώτερη θερμή ανάγκη», έπεται η «βούληση» που παραπέμπει στο «θέλω και μπορώ». Επομένως, η επιθυμία προηγείται της βούλησης, καθόσον αυτή γεννά τις ανάγκες.

«Η επιθυμία και η βούληση είναι δυο αρχέτυπα, «τάση» και «θέση» της ζωής, τα οποία οι πρόγονοί μας τα συμβόλιζαν με τις Δαναΐδες και το Σίσυφο», παρατηρεί ο Σωτήρης Γλυκοφρύδης («Η απληστία», filosofia.gr). Και συνεχίζει: «Οι πρώτες με το άπατο πιθάρι τους, ο δεύτερος με την αέναη μετακυλούσα πέτρα. Άρα, η απληστία μπορεί να ιδωθεί και ως «η διαρκής προσπάθεια της πραγμάτωσης του Σίσυφου του επιθυμητού των Δαναΐδων». Σίσυφος και Δαναΐδες, ένα γονιδιακό ζεύγος δίζυγο, μια σχέση δυσδιάκριτη, ένα μαρτύριο της τιμωρίας των θεών προς το γένος των ανθρώπων». 

Σύμφωνα με τη μυθολογία, την πρώτη απόπειρα του ανθρώπου, απλοϊκής έστω, ερμηνείας των γεγονότων και των φαινομένων, η έναρξη της απληστίας εμφανίζεται με τα παιδιά του βγαλμένου από τη θάλασσα Πρωτέα.

Ο Πρωτέας, που θεωρείτο μονογενής και περιγράφεται με φύκια και ανάμεσα σε φώκιες, ανάλογα με τις επιθυμίες του γίνονταν τα πάντα. Απέκτησε με κάποιες ασαφείς νύμφες και θεές, διάφορα παιδιά. Δυο του γιοί, ο Πολύγονος και ο Τηλέγονος ήταν άπληστοι, καταλήγοντας τελικά ληστές, τους οποίους σκότωσε ο Ηρακλής. Και ο Πρωτέας το αποδέχτηκε αυτό, φθάνοντας στο σημείο να αποκαθάρει από το φόνο το φονιά τους. Ο μύθος αυτός δείχνει μέσα από μια βιολογική σκοπιά, την έναρξη και την αντιμετώπιση του πρώτου φαινομένου της απληστίας. Αλλά και η συμβολική ιστορία των αγιογραφικών κειμένων της Εύας με την αποδοχή του απαγορευμένου καρπού, στο ίδιο παραπέμπει από άλλο δρόμο.

«Τρεις δυνάμεις κινούν τον κόσμο», έλεγε ο Αϊνστάιν. «Η ανοησία, ο φόβος και η απληστία». Η ομαλή και ισόρροπη λειτουργία της φύσης διέπεται από δύο βασικές αρχές: Τη μοιρασιά – νομή του οίκου της που λέγεται οικονομία και το να παίρνει από αυτή ο άνθρωπος, επομένως και να ξοδεύει, τόσα, όσα θα της επιτρέπει να τα αναπληρώνει. Η υγιής οικονομία, κατά συνέπεια, οφείλει να μοιράζει, να «νέμει» στον οίκο της τα απαραίτητα.

Όταν αυτά κατά την κρίση ενός όντος δεν αρκούν, αρχίζει η αναζήτηση για τη συσσώρευσή τους, με τον φόβο του θανάτου να αποτελεί το κινούν αίτιο αυτής της διαδικασίας. Το φαινόμενο, όμως, αυτό δε μπορεί παρά να είναι κοινωνικά κατακριτέο. «Η γη παράγει αρκετά για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του ανθρώπου, όχι όμως την απληστία του», είπε κάποτε σοφά ο Μαχάτμα Γκάντι.

Η σημερινή παγκοσμιοποιημένη κοινωνία της υπερκατανάλωσης δεν είναι άλλο από μια άπληστη κοινωνία. Από οικονομικής πλευράς αυτή εδράζεται σε δύο πυλώνες: στην ελευθερία της παραγωγής, όπως την περιέγραψε ο Άνταμ Σμιθ, με την περιβόητη αρχή «λεσέ φερ, λεσέ πασέ» (αφήστε την αγορά να κινηθεί ελεύθερα) και στην ανάγκη της αυξημένης κατανάλωσης κατά τον Κέυνς.

Άπληστες αράχνες τα μέλη της σημερινής κοινωνίας, με την κρίση του Χόμπς ότι «πλούτος σημαίνει εξουσία» βαθιά στο μυαλό τους, υφαίνουν ακατάπαυστα το ρου της Ιστορίας, διαμορφώνοντας μια κοινωνία Λεβιάθαν, η οποία χωνεύει τα παιδιά της. Στη διαδικασία όμως αυτή συμβαίνουν κρίσεις, όπου το ζητούμενο είναι ο επαναπροσδιορισμός των ορίων των συμβαλλόμενων. Η Ιστορία διδάσκει ότι στις κρίσεις, οι πιο αδύναμες κοινωνικά ομάδες παραδίδονται βορά στο σύστημα, γενόμενες μέρος του συστήματος, με αποτέλεσμα το περιβόητο «κοινωνικό συμβόλαιο» του Ζαν Ζακ Ρουσώ να «πάει περίπατο».

Το κλειδί στην ψυχολογία του άπληστου λέγεται «άγχος επιβίωσης από το άχθος του θανάτου», αγνοώντας την αγιογραφική παραγγελία: «τι γαρ ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδήση τον κόσμον όλον, και ζημιωθή την ψυχήν αυτού; Ή τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού;» (Μάρκος, η΄, 37). Ο σημερινός άνθρωπος δεν καταναλώνει πλέον για να ζει, αλλά ζει για να καταναλώνει, μετατρέποντας το μέσο σε αυτοσκοπό. Όνειρο κάθε σημερινού ανθρώπου είναι ο πλουτισμός, συχνά μάλιστα με κάθε τρόπο, με την επίδειξή του αναπόσπαστο κομμάτι («Η μεγαλύτερη απόλαυση του πλούτου συνίσταται στην επίδειξή του», θα σημειώσει ο ανατόμος της ψυχοπαθολογίας της απληστίας Άνταμ Σμιθ).

Ποτέ τόσο λίγοι δεν είχαν τόσο πολλά και τόσο πολλοί δεν είχαν τόσο λίγα, όσο σήμερα. Η συσσώρευση, ή ακριβέστερα η υπερσυσσώρευση του παγκόσμου πλούτου σε λίγους – ελάχιστους και η αντίστοιχη εξαθλίωση δισεκατομμυρίων ανθρώπων τρομακτική. Είναι χαρακτηριστικά τα πρόσφατα στοιχεία του έγκυρου περιοδικού Forbes (2020, Sept.) σύμφωνα με τα οποία παρά την πανδημία και την τεράστια ζημιά που προκάλεσε στην οικονομία, οι 400 πλουσιότεροι της σχετικής λίστας των πιο πλούσιων στις ΗΠΑ μόνο, δεν φαίνεται να επηρεάστηκαν καθώς ο συνολικός τους πλούτος αυξήθηκε στο επίπεδο ρεκόρ των 3,2 τρισ. δολαρίων, δηλαδή κατά 240 δισ. δολάρια σε σχέση με πέρυσι! Το ίδιο είχε συμβεί και με την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008-9 με τη Lehman Brothers, η οποία επέφερε και την οικονομία των περιβόητων μνημονίων (βλέπε σκληρής λιτότητας) στη χώρα μας.

Το πλέον εντυπωσιακό, όμως, είναι ότι παρά τον τεράστιο πλούτο τους, όπως απάντησαν σε σχετικό γκάλοπ, νιώθουν ανασφαλείς, αποδεικνύοντας ότι το πρόβλημα της υπερσυσσώρευσης, που τόσα δεινά προκαλεί στον κόσμο, πηγάζει από λανθάνουσα ψυχική παθολογία.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.