Η παραχάραξη του Καραμανλισμού και η ταύτιση των «αντίπαλων διδύμων» Μητσοτάκη και Τσίπρα
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Η επίκληση του Κωνσταντίνου Καραμανλή από τον Κυριάκο Μητσοτάκη έχει καταντήσει σχεδόν τελετουργική. Εμφανίζεται ως ο συνεχιστής της «καραμανλικής» παράδοσης, ο εγγυητής της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας και ο θεματοφύλακας του μετριοπαθούς ρεαλισμού. Μόνο που η πραγματικότητα είναι ακριβώς η αντίθετη. Διότι γραμμή προς γραμμή, επιλογή προς επιλογή, η πολιτική του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν έχει καμία σχέση με τον ιδρυτή της Νέας Δημοκρατίας, αλλά μοιάζει όλο και περισσότερο με εκείνη του Αλέξη Τσίπρα: κυνική, προσωποκεντρική, επικοινωνιακά κατασκευασμένη και βαθιά αποϊδεολογικοποιημένη.
Ο Καραμανλής, επιστρέφοντας το 1974, έκτισε θεσμούς και ενίσχυσε τη δημοκρατία. Δεν δημιούργησε μηχανισμούς εξουσίας. Το «επιτελικό κράτος» του Μητσοτάκη, αντιθέτως, έχει μετατραπεί σε ένα αυταρχικό σύστημα απόλυτου ελέγχου, όπου τα πάντα περνούν από το Μέγαρο Μαξίμου. Κι εδώ βρίσκεται η πρώτη, αλλά ουσιαστική, ταύτιση με τον Αλέξη Τσίπρα. Δύο διαφορετικοί ηγέτες, η ίδια λογική συγκεντρωτισμού. Ο ένας στο όνομα της «πρώτης φοράς Αριστερά», ο άλλος στο όνομα της «αριστείας». Και οι δύο έφτιαξαν κόμματα-μηχανισμούς, προσωποπαγή μορφώματα που υποκατέστησαν τη συλλογικότητα με την επικοινωνία και το κόμμα με την αυλή.
Στο κοινωνικό πεδίο, η απόσταση από τον Καραμανλή είναι εξίσου χαώδης. Ο ιδρυτής της ΝΔ υπήρξε πολιτικά φιλελεύθερος αλλά κοινωνικά ευαίσθητος. Πίστευε σε ένα κράτος ρυθμιστή των ανισοτήτων και εγγυητή της κοινωνικής δικαιοσύνης. Ο Μητσοτάκης, όπως και ο Τσίπρας πριν από αυτόν, υποσχέθηκε προστασία της μεσαίας τάξης και κατέληξε να τη στραγγαλίζει. Ο ένας με φόρους και υπερπλεονάσματα, ο άλλος με πληθωρισμό και επιδόματα-ασπιρίνες αλλά και φόρους και υπερπλεονάσματα. Ο Καραμανλής οικοδόμησε τη μεσαία τάξη, ενώ οι δύο τους τη λεηλάτησαν, ο καθένας με το δικό του αφήγημα.
Στα εθνικά ζητήματα, η σύγκριση γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική. Ο Καραμανλής υπήρξε πατριώτης με ευρωπαϊκό όραμα. Έβλεπε την Ευρώπη ως πεδίο εθνικής ενδυνάμωσης. Ο Μητσοτάκης, όπως και ο Τσίπρας, αντιμετωπίζει τη διεθνή πολιτική με τη λογική του κατευνασμού. Ο ένας υπέγραφε τη Συμφωνία των Πρεσπών στο όνομα της «ιστορικής ευθύνης», ο άλλος συζητά σήμερα «προσαρμογές» στα ελληνοτουρκικά στο όνομα της «ηρεμίας». Στην πράξη, και οι δύο αποδέχονται τη συρρίκνωση του εθνικού χώρου για να εξασφαλίσουν την εύνοια των ισχυρών.
Η Νέα Δημοκρατία του 1974 ήταν κόμμα λαϊκής συμμετοχής, εθνικής συνείδησης και κοινωνικής ευαισθησίας. Η σημερινή ΝΔ θυμίζει όλο και περισσότερο τον ΣΥΡΙΖΑ των τελευταίων ετών: κλειστό επιτελείο, ελεγχόμενη πληροφόρηση, λαϊκή αποξένωση, προσωποπαγής εξουσία. Ο Μητσοτάκης και ο Τσίπρας μοιάζουν περισσότερο απ’ όσο νομίζουν. Και οι δύο κυβερνούν με επικοινωνιακή υπεροψία και θεσμική αλαζονεία. Και οι δύο βλέπουν την εξουσία όχι ως ευθύνη, αλλά ως επάγγελμα.
Και δεν είναι μόνο αυτό. Ο Ευάγγελος Αβέρωφ, ο αυστηρός φρουρός της καραμανλικής κληρονομιάς, πίστευε στη μετρημένη διαχείριση, στην εθνική σοβαρότητα, στην πολιτική με αρχές. Δεν έκρυβε προβλήματα κάτω από το χαλί ούτε διαφήμιζε την εξουσία ως lifestyle. Η πολιτική του ήταν πολιτική ευθύνης, όχι δημοσκοπικής επιβίωσης. Αν ζούσε σήμερα, θα αναρωτιόταν πώς είναι δυνατόν μια κυβέρνηση να έχει μετατρέψει την έννοια του «επιτελικού κράτους» σε συνώνυμο της συγκάλυψης, του ελέγχου και της υπεροψίας.
Η ειρωνεία είναι πως η σημερινή «καραμανλική» επίκληση θυμίζει επικίνδυνα την «αντιμνημονιακή» επίκληση του Τσίπρα. Και οι δύο χρησιμοποιούν μεγάλες λέξεις για να συγκαλύψουν μικρές πολιτικές. Ο ένας μιλούσε για «ελπίδα» και «ηθικό πλεονέκτημα», ο άλλος για «αριστεία» και «ψηφιακό κράτος». Κι όμως, και οι δύο κυβέρνησαν με την ίδια νοοτροπία, αυτή της εξουσίας που θεωρεί τον εαυτό της υπεράνω λογοδοσίας. Ο Τσίπρας με το «Μαξίμου των φίλων» και ο Μητσοτάκης με το «Μαξίμου των συγγενών» αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Τα σκάνδαλα που σφράγισαν τις κυβερνήσεις τους δεν είναι τυχαία. Από τις υποκλοπές και τη συγκάλυψη του δυστυχήματος των Τεμπών, μέχρι τις υπερκοστολογημένες απευθείας αναθέσεις, τα καρτέλ που σαρώνουν τη μεσαία τάξη και τις καταγγελίες για ρουσφέτια στο «επιτελικό κράτος», η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει γράψει το δικό της κεφάλαιο πολιτικής ανευθυνότητας. Αντίστοιχα, ο Τσίπρας άφησε πίσω του τη σκιώδη διαχείριση στο «Μαξίμου των Παππάδων», το σκάνδαλο με τις τηλεοπτικές άδειες, την υπόθεση Πετσίτη, τη μεθόδευση με τη Novartis και μια συνολική κουλτούρα πολιτικής υποκρισίας. Και στις δύο περιπτώσεις, κοινός παρονομαστής είναι η εξουσία ως αυτοσκοπός.
Η Ελλάδα του 2025 δεν έχει ανάγκη από παραχαραγμένους «καραμανλισμούς» ή από μεταμφιεσμένες «ελπίδες». Έχει ανάγκη από πολιτικούς που θυμούνται γιατί ιδρύθηκε αυτή η χώρα, γιατί υπήρξε ο Καραμανλής και ο Αβέρωφ, γιατί η δεξιά του κέντρου υπήρξε κάποτε στυλοβάτης του κράτους, όχι εργολάβος του. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Αλέξης Τσίπρας δεν εκφράζουν δύο διαφορετικές Ελλάδες. Εκφράζουν την ίδια παρακμή με διαφορετικό ύφος. Την παρακμή της εξουσίας χωρίς ιδέες.
Η Νέα Δημοκρατία δεν ιδρύθηκε για να παράγει εξουσία, αλλά για να εκφράζει ένα εθνικό και κοινωνικό όραμα. Αν θέλει να επιβιώσει ως κόμμα του έθνους και όχι ως clone της εξουσίας, είτε «δεξιάς» είτε «αριστερής», χρειάζεται επανίδρυση πάνω στις αρχές του Καραμανλή και του Αβέρωφ. Πάνω στις αρχές της πατρίδας, δημοκρατίας, κοινωνικής δικαιοσύνης, εθνικής αξιοπρέπειας.

