Η κυβέρνηση Μητσοτάκη μετατρέπει τη δικαιοσύνη σε σκηνικό και τη δημοκρατία σε διακόσμηση
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και τα πορίσματα της Εξεταστικής Επιτροπής δεν αποτελούν απλώς ένα ακόμη επεισόδιο στο ατελείωτο σίριαλ των ελληνικών σκανδάλων. Είναι η πιο πρόσφατη απόδειξη ότι η χώρα κυβερνάται από ένα σύστημα που έχει πάψει να ντρέπεται, να φοβάται ή έστω να προσποιείται. Η Νέα Δημοκρατία, μετά από πέντε μήνες συνεδριάσεων, 350 ώρες διαδικασιών και 76 μάρτυρες, καταλήγει με άνεση στο συμπέρασμα ότι «δεν προέκυψαν ποινικές ευθύνες για τους πρώην υπουργούς Μάκη Βορίδη και Λευτέρη Αυγενάκη». Η διατύπωση είναι τόσο καθαρή, τόσο σίγουρη, που μοιάζει να έχει γραφτεί πριν καν ξεκινήσει η Επιτροπή τις εργασίες της.
Κι όμως, την ίδια στιγμή, το ΠΑΣΟΚ μιλά για «οργανωμένη μεθόδευση συγκάλυψης» και παραδέχεται ότι υπάρχουν «σοβαρές και συγκλίνουσες ενδείξεις ότι κατά την περίοδο 2019-2024 συγκροτήθηκε και λειτούργησε οργανωμένος μηχανισμός παράνομης ιδιοποίησης κοινοτικών πόρων». Ο ΣΥΡΙΖΑ και η Νέα Αριστερά προχωρούν ακόμη παραπέρα, χαρακτηρίζοντας το σκάνδαλο «απολύτως γαλάζιο» και «ενορχηστρωμένο από το Μέγαρο Μαξίμου», ζητώντας μάλιστα ποινική δίωξη για Βορίδη και Αυγενάκη. Τρεις διαφορετικές πολιτικές αφηγήσεις, αλλά μία κοινή πραγματικότητα, ότι η χώρα παρακολουθεί ένα θέατρο όπου οι θεσμοί παίζουν ρόλους, όχι λειτουργίες.
Αυτό που σοκάρει δεν είναι η ύπαρξη σκανδάλου, καθώς αυτά είναι σχεδόν αναμενόμενα σε ένα πολιτικό σύστημα που έχει μάθει να ζει με τη διαφθορά όπως ζει με τη ζέστη του καλοκαιριού. Αυτό που σοκάρει είναι η άνεση με την οποία η κυβέρνηση αντιμετωπίζει την υπόθεση σαν μια ακόμη γραφειοκρατική ενόχληση. Η ΝΔ μιλά για «διαχρονικά και διακομματικά προβλήματα» και για «μονόδρομο» στην εφαρμογή της τεχνικής λύσης, λες και η διακυβέρνηση της χώρας είναι μια φυσική καταστροφή που απλώς συνέβη, χωρίς ευθύνη κανενός.
Και κάπου εδώ, η ελληνική νοοτροπία που περιγράφει ο Κωνσταντίνος Τσάτσος μοιάζει πιο επίκαιρη από ποτέ. «Ο Έλληνας χαίρεται την εύστροφη καταδολίευση των νόμων…» και «ζητεί από τον νόμο δικαιοσύνη για τη δική του προσωπική περίπτωση». Αν αυτό ισχύει για τον πολίτη, πόσο μάλλον για το κόμμα που κυβερνά. Η Νέα Δημοκρατία δεν αντιμετωπίζει τον νόμο ως θεμέλιο της δημοκρατίας, αλλά ως εργαλείο διαχείρισης κρίσεων. Όταν την εξυπηρετεί, τον επικαλείται. Όταν την απειλεί, τον παρακάμπτει. Κι όταν δεν μπορεί να τον παρακάμψει, τον ξαναγράφει.
Σε αυτό το περιβάλλον, η δικαιοσύνη δεν λειτουργεί ως θεσμός αλλά ως σκηνικό. Και η εικόνα της έχει καταντήσει να θυμίζει τον αδικούμενο που έχει πολλές φορές την αίσθηση ότι ζει μέσα σε εχθρικό στρατόπεδο. Πώς να μην το νιώθει, όταν βλέπει ότι οι θεσμοί λειτουργούν με δύο ταχύτητες; Μία για τους ισχυρούς και μία για όλους τους άλλους. Όταν βλέπει ότι οι υποθέσεις που αγγίζουν το κυβερνών κόμμα είτε θάβονται, είτε ξεπλένονται, είτε μετατρέπονται σε «διαχρονικά προβλήματα». Όταν παρακολουθεί την κυβέρνηση να μιλά για «μεταρρυθμίσεις» την ώρα που οι ίδιοι οι μάρτυρες περιγράφουν ένα σύστημα «τεχνητής δημιουργίας επιλεξιμότητας», «παράκαμψης ελέγχων» και «διανομής ενισχύσεων σε εικονικούς δικαιούχους».
Και εδώ ακριβώς αναδύεται ο πραγματικός πυρήνας του προβλήματος. Η χώρα λειτουργεί με τον νόμο της ζούγκλας. Όταν η δικαιοσύνη παύει να είναι ασπίδα και γίνεται εργαλείο, όταν η ισχύς υπερισχύει του δικαίου, όταν η ατιμωρησία γίνεται κανονικότητα, τότε δεν μιλάμε για δημοκρατία αλλά για ένα καθεστώς όπου επιβιώνει όχι ο δίκαιος, αλλά ο ισχυρός.
Και μέσα σε όλο αυτό, η Νέα Δημοκρατία ετοιμάζεται για συνέδριο στις 15-17 Μαΐου. Ένα συνέδριο που μοιάζει περισσότερο με τελετή λήξης παρά με πολιτική διαδικασία. Ποιος θα πάει; Ποιος θα σταθεί δίπλα σε ένα κόμμα που βουλιάζει στη δική του αλαζονεία; Ήδη δύο πρώην πρωθυπουργοί, Σαμαράς και Καραμανλής, κρατούν αποστάσεις, ενώ δεκάδες στελέχη και χιλιάδες μέλη αρνούνται να ταυτιστούν με αυτή την εικόνα αποσύνθεσης. Δεν είναι πολιτική διαφοροποίηση, αλλά πολιτικό ένστικτο αυτοσυντήρησης.
Και πώς να ταυτιστούν, όταν η κυβέρνηση βυθίζεται δημοσκοπικά και η δική της «βελόνα» έχει κολλήσει στα χαμηλά 20άρια, με καθοδική τάση; Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η κάλπη, αφού από τα πάνω από 6 εκατομμύρια ψηφοφόρους του Μαΐου 2023, φτάσαμε στα λίγο πάνω από 4 εκατομμύρια στις ευρωεκλογές του 2024, δηλαδή, δύο εκατομμύρια πολίτες εξαφανίστηκαν, ένας στους τρεις. Από αυτούς, περίπου 1,3 εκατομμύρια προέρχονται από τη Νέα Δημοκρατία, που μέσα σε έναν χρόνο έχασε πάνω από τους μισούς ψηφοφόρους της, από τα 2,4 εκατομμύρια στο 1,1 εκατομμύριο, με τους περισσότερους να μην πηγαίνουν σε άλλα κόμματα αλλά απλώς να γυρίζουν την πλάτη και να φεύγουν, χωρίς καμία διάθεση επιστροφής.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει χτίσει ένα μοντέλο εξουσίας που λειτουργεί σαν κλειστό κύκλωμα, συγκεντρωτικό, αδιαφανές, αυτάρεσκο. Ένα μοντέλο που αυτοχαρακτηρίζεται «Επιτελικό Κράτος», αλλά στην πράξη μοιάζει περισσότερο με επιτελικό πλυντήριο. Έτσι, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι το σκάνδαλο. Είναι ότι η χώρα έχει συνηθίσει τα σκάνδαλα. Ότι η κοινωνία δεν εξοργίζεται πια, απλώς κουράζεται. Ότι η δικαιοσύνη δεν εμπνέει εμπιστοσύνη, αλλά ειρωνεία. Ότι η δημοκρατία λειτουργεί, αλλά χωρίς περιεχόμενο. Ότι οι πολίτες βλέπουν τους θεσμούς να μετατρέπονται σε σκηνικό, ενώ η εξουσία παίζει το έργο μόνη της.
Και όσο η κυβέρνηση συνεχίζει να αντιμετωπίζει τη δικαιοσύνη ως εμπόδιο και όχι ως θεμέλιο, όσο τα σκάνδαλα αντιμετωπίζονται ως «παρεξηγήσεις», όσο οι ευθύνες εξατμίζονται πριν καν αποδοθούν, τόσο η χώρα θα βυθίζεται σε μια κρίση που δεν είναι πολιτική, αλλά υπαρξιακή. Γιατί μια δημοκρατία μπορεί να αντέξει λάθη, μπορεί να αντέξει κρίσεις, μπορεί να αντέξει ακόμη και ανίκανες κυβερνήσεις. Αυτό που δεν μπορεί να αντέξει είναι την ατιμωρησία, τον πραγματικό νόμο της ζούγκλας.

