Η Ελλάδα των «δεινών σκοπευτών» και η ανάγκη επιστροφής σε σοβαρή ηγεσία

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Από τα πρώτα κιόλας χρόνια του ελληνικού κράτους, η αγωνία για την κακοδιοίκηση, τη φαυλότητα και την περιφρόνηση του πολίτη αποτυπώθηκε στα κείμενα των μεγάλων μορφών του Αγώνα και της Πρώτης Ανεξαρτησίας. Το 1836 ο Μιχαήλ Χουρμούζης περιγράφει μια κοινωνική πραγματικότητα όπου ο πολίτης είναι ευτυχής μόνο «αν δεν δυστυχήσει να ιδεί το πρόσωπον του ειρηνοδίκου», αν δεν πέσει θύμα του εφόρου, του δεκατιστή, του τελώνη, του διεφθαρμένου δικαστή και του άδικου φοροεισπράκτορα. Μια ζωή που βρίσκεται διαρκώς στο έλεος μιας κρατικής μηχανής που αντί να υπηρετεί, καταληστεύει και εξουθενώνει.

Κι όμως, ύστερα από σχεδόν διακόσια χρόνια, οι λέξεις αυτές δεν μοιάζουν μακρινές. Η Ελλάδα του 2025, υπό τη διακυβέρνηση δύο πρωθυπουργών που εμφανίστηκαν ως φορείς «αλλαγής», του Αλέξη Τσίπρα και του Κυριάκου Μητσοτάκη, καταλήγει ολοένα και περισσότερο να θυμίζει την Ελλάδα που περιγράφει ο Χουρμούζης. Δύο κόσμοι που στα λόγια συγκρούονται, αλλά στην πράξη ταυτίζονται και δύο ηγέτες που υπόσχονταν πρόοδο, αλλά συνέβαλαν στη συστηματική αποδόμηση της εθνικής οικονομίας, της παραγωγής, της κοινωνικής συνοχής και της θεσμικής λειτουργίας του κράτους.

Στον πυρήνα αυτής της παρακμής βρίσκεται ένα υπόδειγμα διακυβέρνησης που κυριαρχήθηκε από το φαινόμενο του «δεινού σκοπευτή». Η Ελλάδα κυβερνήθηκε από ηγέτες που πρώτα πυροβολούσαν στο κενό και μετά ζωγράφιζαν τον στόχο γύρω από τις σφαίρες για να εμφανιστούν αλάνθαστοι. Είδαμε κυβερνήσεις να φτιάχνουν αφηγήματα εκ των υστέρων, να βαφτίζουν τις αποτυχίες τους επιτυχίες, να εμφανίζουν τα αδιέξοδα ως στρατηγικές επιλογές. Το φάρμακο για την άγνοια δεν έχει βρεθεί ακόμη και όταν η άγνοια ντύνεται με την αλαζονεία της απόλυτης βεβαιότητας, γίνεται θανατηφόρα για την κοινωνία.

Η χώρα βρέθηκε να κυβερνάται από ανθρώπους που θεωρούν την πραγματικότητα ένα ενοχλητικό εμπόδιο προς το αφήγημα, κι έτσι επανέφεραν στην πράξη το παράδοξο του Ζήνωνα, δηλαδή μια Ελλάδα που διαρκώς «κινείται», αλλά που δεν φτάνει ποτέ πουθενά. Κάθε εξαγγελία, κάθε υπόσχεση, κάθε «αναπτυξιακό άλμα» σταματά στη μέση της διαδρομής, καθηλωμένο σε μια πολιτική κουλτούρα που φοβάται την πράξη και λατρεύει την ανακοίνωση. Μεταρρυθμίσεις που δεν ολοκληρώθηκαν, οικονομία που δεν απογειώθηκε, θεσμοί που δεν θωρακίστηκαν, παραγωγή που δεν αναγεννήθηκε. Μια χώρα που δηλώνει συνεχώς ότι «θα φτάσει», αλλά μένει καθηλωμένη στο ενδιάμεσο.

Και όσο οι κυβερνήσεις ανασυνθέτουν το παρελθόν κατά το δοκούν, τόσο ενισχύεται η «μεροληψία διαθεσιμότητας». Μια συλλογική, δηλαδή, ψευδαίσθηση όπου η μνήμη φουσκώνει ό,τι είναι πιο ζωντανό και ξεθωριάζει ό,τι είναι πιο ουσιαστικό. Πολιτικοί που διαστρεβλώνουν τα γεγονότα για να διαστρέψουν την ίδια την εικόνα της πραγματικότητας και να αποκρύψουν τη δική τους ανεπάρκεια. Έτσι οικοδομείται μια χώρα εγκλωβισμένη στη στρεβλή της αυτοεικόνα.

Έτσι, η Ελλάδα των τελευταίων ετών έχασε σχεδόν οριστικά τον πρωτογενή και τον δευτερογενή της τομέα. Ο αγρότης ζει, όπως στην εποχή του Χουρμούζη, ως «λάφυρο» του κράτους και των ενδιάμεσων που τον στραγγαλίζουν. Ο κτηνοτρόφος παλεύει με τιμές που δεν καλύπτουν ούτε την τροφή των ζώων και η μεταποίηση βυθίζεται καθώς κλείνουν εργοστάσια, εργαστήρια, βιοτεχνίες, και η χώρα μετατρέπεται σε οικονομία εισαγωγών. Κι αν όλα αυτά συνιστούν κοινωνική αποδιάρθρωση, τα εθνικά θέματα αποτελούν θεσμική εκτροπή. Ο Τσίπρας υπέγραψε τις Πρέσπες τότε. Ο Μητσοτάκης σήμερα τις εφάρμοσε, τις ενίσχυσε, τις μετέτρεψε σε «μοντέλο επίλυσης διαφορών», ανοίγοντας την πόρτα και για μελλοντικές «Πρέσπες του Αιγαίου», όπου κρίσιμα κυριαρχικά δικαιώματα ενδέχεται να τεθούν σε «διαπραγμάτευση» στο όνομα ενός δήθεν ρεαλισμού που συνηθίζεται όταν το πολιτικό προσωπικό δεν έχει ούτε γνώση ούτε ευθύνη.

Κι ενώ συμβαίνουν αυτά, το προπαγανδιστικό τους σύστημα επιχειρεί να παρουσιάσει τον Αντώνη Σαμαρά, τον μοναδικό πρωθυπουργό της μεταπολίτευσης που αρνήθηκε να υποχωρήσει σε εθνικά θέματα, ως δήθεν «πρόβλημα». Εδώ συναντούμε αυτό που στους νομικούς κύκλους ονομάζουν «σοφιστεία του κατηγόρου», τη διαστρεβλωτική, δηλαδή, εκείνη επιχειρηματολογία που αντιστρέφει τα δεδομένα, κατασκευάζει μια κατηγορία και προσπαθεί να κάνει το θύμα… ένοχο. Έτσι επιχειρείται να παρουσιαστεί ως «ακραίος» εκείνος που δεν υπέκυψε, ως «ανεύθυνος» εκείνος που προστάτευσε την πατρίδα, ως «απειλή» εκείνος που τόλμησε να πει όχι. Μια αντιστροφή πραγματικότητας που δεν στηρίζεται σε στοιχεία, αλλά σε μια πολιτική ανάγκη του κατεστημένου να εξουδετερώσει την πιο συνεπή και πατριωτική φωνή της τελευταίας δεκαετίας… κι όχι μόνο.

Κι όμως, όσο κι αν επιχειρούν να κρύψουν ή να παραποιήσουν την ιστορική αλήθεια, η σύγκριση είναι αμείλικτη. Εκείνοι που οδήγησαν την Ελλάδα σε θεσμική παρακμή, παραγωγική κατάρρευση και εθνικές υποχωρήσεις εμφανίζονται ως «εκσυγχρονιστές». Εκείνος που κράτησε όρθια την εθνική αξιοπρέπεια και επίμεινε ότι η Ελλάδα χρειάζεται ισχύ, όχι αυταπάτες, στρατηγική, όχι ακροβασίες και παραγωγική ανασυγκρότηση, όχι εισαγωγική εξάρτηση, παρουσιάζεται ως «αναχρονισμός». Η πραγματικότητα όμως, όπως και στην εποχή του Χουρμούζη, δεν υπακούει στη σοφιστεία. Εμφανίζεται πεισματικά μπροστά μας.

Στην Ελλάδα όπου η φθορά μοιάζει να έχει γίνει καθεστώς, η αναφορά στο παράδειγμα του Αντώνη Σαμαρά δεν είναι ρομαντική ανάμνηση, αλλά υπενθύμιση ότι κάποτε η χώρα είχε ηγεσία με πυξίδα. Και ότι μπορεί να την ξαναβρεί. Ότι υπάρχει ακόμη η δυνατότητα διακυβέρνησης με σοβαρότητα, πατριωτική συνέπεια και πραγματική ευθύνη, μακριά από το αφήγημα των «δεινών σκοπευτών» και των σοφιστών, και πιο κοντά στον μόχθο, την αξιοπρέπεια και τις ανάγκες ενός λαού που επί δύο αιώνες παλεύει να θερίσει ήσυχα τους καρπούς των κόπων του.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.