Η αγωνιώδης αναζήτηση της «καλής είδησης» και η απώλεια επαφής με την αληθοφάνεια

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Η ανάγκη της κυβέρνησης να παραγάγει μια «καλή είδηση» για τη χώρα δεν είναι πια απλώς επικοινωνιακή. Είναι υπαρξιακή. Σε ένα περιβάλλον κοινωνικής κόπωσης, θεσμικής φθοράς και σωρευμένων κρίσεων, η θετική αφήγηση δεν λειτουργεί πλέον ως συμπλήρωμα της πολιτικής, αλλά επιχειρεί να την υποκαταστήσει. Και ακριβώς εκεί αποκαλύπτεται το δομικό πρόβλημα, αφού όταν η πολιτική στερείται πυξίδας, η επικοινωνία καλείται να καλύψει το κενό, με όλο και μικρότερη επαφή με την πραγματικότητα.

Τα τελευταία χρόνια, η κυβερνητική πρακτική χαρακτηρίζεται από υπερπαραγωγή εντυπώσεων και υποπαραγωγή αποτελεσμάτων. Ανακοινώσεις για «ισχυρή Ελλάδα», πανηγυρισμοί για δείκτες που δεν αντανακλώνται στην καθημερινότητα, εξαγγελίες μεταρρυθμίσεων που εξαντλούνται σε παρουσιάσεις και slogans. Το αποτέλεσμα είναι ένα επικοινωνιακό πλεόνασμα και ένα πραγματικό έλλειμμα. Και όταν το χάσμα αυτό διευρύνεται, η αληθοφάνεια καταρρέει.

Η ακρίβεια παραμένει ασφυκτική, το στεγαστικό οξύνεται, η υπογεννητικότητα βαθαίνει, οι ανισότητες παγιώνονται. Παράλληλα, σκάνδαλα, θεσμικές δυσλειτουργίες και υποθέσεις κακοδιαχείρισης, από τον αγροτικό τομέα έως τη λειτουργία κρίσιμων μηχανισμών ελέγχου, διαβρώνουν τη δημόσια εμπιστοσύνη. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, κάθε «καλή είδηση» που επιχειρείται να προβληθεί εκλαμβάνεται όχι ως ελπίδα, αλλά ως καθυστερημένη σκηνοθεσία.

Το ίδιο φαινόμενο μεταφέρεται πλέον και στα εθνικά ζητήματα. Η εξωτερική πολιτική, αντί να αρθρώνεται ως συνεκτική εθνική στρατηγική, συχνά παρουσιάζεται ως διαδοχή επικοινωνιακών στιγμιότυπων. Γενικόλογες διακηρύξεις, διπλωματικές φωτογραφίες και δηλώσεις «ιστορικών συναντήσεων» προσπαθούν να υποκαταστήσουν την απουσία σταθερής γραμμής και μετρήσιμων αποτελεσμάτων.

Ιδιαίτερη σημασία έχει εδώ το γεγονός ότι η κυβέρνηση εμφανίζεται να χάνει όχι μόνο την επαφή με την κοινωνική πραγματικότητα, αλλά και με την ίδια τη στρατηγική αληθοφάνεια της πολιτικής της. Και αυτό εντείνεται από ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο, αναγκάζεται, δηλαδή, σχεδόν πάντα καθυστερημένα, να ακολουθεί πολιτικές θέσεις και επισημάνσεις που έχουν ήδη διατυπωθεί δημόσια από τον Αντώνη Σαμαρά.

Σε κρίσιμα εθνικά ζητήματα, από τη στάση απέναντι στην Τουρκία, έως την ανάγκη σαφούς αποτροπής και τη σημασία των περιφερειακών συμμαχιών, οι παρεμβάσεις Σαμαρά λειτουργούν ως άτυπος δείκτης πολιτικής πραγματικότητας. Όχι επειδή αποτελούν επικοινωνιακές παρεμβάσεις, αλλά επειδή αρθρώνονται σε στρατηγική συνέχεια και όχι σε επικοινωνιακή συγκυρία. Η κυβέρνηση, ωστόσο, επιλέγει αρχικά να τις αγνοεί ή να τις υποβαθμίζει, για να τις υιοθετήσει εκ των υστέρων, αποσπασματικά και χωρίς να αναγνωρίζει το πλαίσιο που τις καθιστά αναγκαίες.

Αυτή η καθυστερημένη μίμηση δεν αποκαθιστά την αξιοπιστία· την υπονομεύει περαιτέρω. Διότι αποκαλύπτει ότι η κυβέρνηση δεν προηγείται των εξελίξεων, αλλά σύρεται πίσω από αυτές. Ότι δεν διαμορφώνει στρατηγική, αλλά διορθώνει εκ των υστέρων την εικόνα της. Και κυρίως, ότι δεν πείθει πως πιστεύει πραγματικά σε αυτά που λέει, απλώς τα λέει όταν δεν μπορεί πια να τα αποφύγει.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η τριμερής Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ. Μια συνεργασία με πραγματικό γεωπολιτικό βάθος, που θα μπορούσε να αποτελέσει πυλώνα εθνικής στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο, παρουσιάζεται από την κυβέρνηση κυρίως ως επικοινωνιακό επίτευγμα. Χωρίς σαφή ενεργειακό σχεδιασμό, χωρίς ρητές δεσμεύσεις ασφάλειας, χωρίς συγκεκριμένα ανταλλάγματα για τη χώρα. Και όμως, η αναγκαιότητα αυτής της συμμαχίας είχε επισημανθεί εγκαίρως και με σαφήνεια από τον Σαμαρά, πολύ πριν η κυβέρνηση την ανακαλύψει ως «καλή είδηση».

Το αποτέλεσμα είναι ένα διπλό έλλειμμα. Αφενός πολιτικής ουσίας και αφετέρου αφηγηματικής αξιοπιστίας. Όταν μια κυβέρνηση εμφανίζεται να υιοθετεί θέσεις μόνο αφού έχουν δικαιωθεί από τα γεγονότα και έχουν ήδη ειπωθεί αλλού, τότε χάνει και την πρωτοβουλία και την αληθοφάνεια. Και όταν αυτό συμβαίνει στα εθνικά, η ζημιά δεν είναι μόνο επικοινωνιακή, αλλά θεσμική.

Η πολιτική, όμως, δεν αντέχει χωρίς εμπιστοσύνη. Η «καλή είδηση» δεν μπορεί να κατασκευαστεί εκ των υστέρων ούτε να στηριχθεί σε καθυστερημένες προσαρμογές. Προκύπτει μόνο όταν υπάρχει συνέπεια λόγων και πράξεων, χρονισμός και στρατηγική. Όταν η ηγεσία προηγείται των εξελίξεων αντί να τις ακολουθεί.

Σήμερα, η κυβέρνηση έχει περισσότερο από ποτέ ανάγκη μια θετική αφήγηση. Αλλά έχει λιγότερα από ποτέ εχέγγυα για να τη στηρίξει. Διότι η αξιοπιστία, κοινωνική, πολιτική και εθνική, δεν επικοινωνείται. Χτίζεται. Και όταν χαθεί, δεν ανακτάται με καθυστερημένες δηλώσεις ούτε με δανεισμένες πολιτικές θέσεις.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.