Όταν οι πεποιθήσεις της εξουσίας συγκρούονται με την πραγματικότητα

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

«Ο μεγαλύτερος εχθρός της αλήθειας δεν είναι το ψέμα, είναι οι πεποιθήσεις», έγραφε ο Φρίντριχ Νίτσε. Και δύσκολα θα μπορούσε να βρει κανείς καλύτερη περιγραφή για όσα συμβαίνουν σήμερα στην κυβέρνηση Μητσοτάκη. Γιατί το ψέμα, αργά ή γρήγορα, αποκαλύπτεται. Η βαθιά ριζωμένη πεποίθηση, όμως, είναι πολύ πιο επικίνδυνη. Σε κάνει να πιστεύεις ότι έχεις πάντα δίκιο, να μην αναγνωρίζεις τα λάθη σου και να απορρίπτεις οτιδήποτε διαψεύδει την εικόνα που έχεις φτιάξει για τον εαυτό σου.

Αυτή ακριβώς την εικόνα εκπέμπει σήμερα το Μέγαρο Μαξίμου. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και το σύστημα που έχει δημιουργήσει γύρω του φαίνεται να έχουν πειστεί ότι μπορούν να κυβερνούν επ’ αόριστον, αρκεί να ελέγχουν την επικοινωνία και να διαθέτουν αρκετούς πρόθυμους κονδυλοφόρους για να παρουσιάζουν τις ανακοινώσεις ως έργο και τις εντυπώσεις ως πολιτική. Μόνο που η κοινωνία ζει με την ακρίβεια, την ανασφάλεια, τα προβλήματα στην υγεία και την παιδεία, αλλά και με την αυξανόμενη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς.

Και αυτή η δυσαρέσκεια αποτυπώνεται πλέον και στις δημοσκοπήσεις. Σύμφωνα με την πρόσφατη μέτρηση της ALCO, το 68% των πολιτών επιθυμεί αλλαγή κυβέρνησης, ενώ η Νέα Δημοκρατία καταγράφεται στο 23,4% στην πρόθεση ψήφου. Το κυβερνητικό επιτελείο επιλέγει να προβάλλει τη διαφορά από το δεύτερο κόμμα, αποφεύγοντας να σταθεί στο πραγματικό μήνυμα της μέτρησης, ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν θέλει να συνεχιστεί η σημερινή πολιτική. Μπορεί να μετρούν τις αποστάσεις από τους αντιπάλους τους, αλλά δεν μπορούν να αγνοούν την απόσταση που τους χωρίζει από τους πολίτες.

Γι’ αυτό και η τακτική της κυβέρνησης έχει πλέον δύο στόχους. Να συσπειρώσει όσους ψηφοφόρους της έχουν απομείνει και, κυρίως, να πείσει τη συντριπτική πλειοψηφία που την απορρίπτει ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη εναλλακτική, να μείνει στο σπίτι της και να μην εμπιστευτεί καμία εναλλακτική πρόταση. Το επιχείρημα είναι περίπου γνωστό, παλιό και χιλιοειπωμένο και συνεχίζει εμμονικά να λέει, ότι μπορεί να μη μας θέλετε, αλλά δεν υπάρχει κανείς άλλος για να μας αντικαταστήσει. Μόνο που αυτή δεν είναι πολιτική πρόταση, αλλά η προσπάθεια μιας κυβέρνησης να μετατρέψει την απουσία εναλλακτικής σε άλλοθι για τη δική της παραμονή.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αποκτά ιδιαίτερη σημασία η πολιτική παρέμβαση του Αντώνη Σαμαρά. Με τις θέσεις του για την οικονομία, την παραγωγή, την εξωτερική πολιτική και τη λειτουργία των θεσμών, δεν περιορίζεται στην κριτική της κυβέρνησης, αλλά διαμορφώνει σταδιακά μια διαφορετική πολιτική πρόταση για την πορεία της χώρας. Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς πολλές από τις επισημάνσεις του, τις οποίες η κυβέρνηση επέλεξε να αγνοήσει ή να υποβαθμίσει, έχουν δικαιωθεί από την ίδια την εξέλιξη των πραγμάτων.

Αντί, λοιπόν, να απαντήσουν επί της ουσίας, κυβερνητικά στελέχη και πρόθυμοι σχολιαστές επιλέγουν τις προσωπικές επιθέσεις, επιχειρώντας να μεταφέρουν τη συζήτηση από τις πολιτικές θέσεις στο πρόσωπο του ίδιου. Είναι προφανώς ευκολότερο να επιτίθεσαι σε εκείνον που θέτει τα δύσκολα ερωτήματα, παρά να απαντάς σε αυτά. Μόνο που έτσι δεν ακυρώνεται ούτε η κριτική του ούτε η εναλλακτική πολιτική πρόταση που αναδεικνύεται μέσα από αυτήν.

Την ίδια ώρα, ο πρωθυπουργός συνεχίζει να παρουσιάζει αποσπασματικές εξαγγελίες ως μεγάλες πολιτικές παρεμβάσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η μείωση του ΦΠΑ στο 13% στα προϊόντα γυναικείας περιόδου από το 2027. Ασφαλώς πρόκειται για ένα σημαντικό ζήτημα, που αφορά τις γυναίκες και τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Αλλά μπορεί ένα τέτοιο μέτρο να αντιμετωπίσει το συνολικό πρόβλημα της ακρίβειας ή να αναπληρώσει την απώλεια του εισοδήματος; Προφανώς όχι. Η χώρα χρειάζεται ένα συνολικό σχέδιο για την οικονομία και την κοινωνία, όχι μια διαρκή αλληλουχία ανακοινώσεων που δημιουργούν πρόσκαιρες εντυπώσεις χωρίς να αντιμετωπίζουν τις πραγματικές αιτίες των προβλημάτων.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι πρόθυμοι αναλυτές του συστήματος επιχειρούν ανιστόρητους παραλληλισμούς, ταυτίζοντας τον Κυριάκο Μητσοτάκη με τον πατέρα του και παρουσιάζοντας τις σημερινές πολιτικές διαφοροποιήσεις ως μια δήθεν επανάληψη του 1993. Όμως, αν υπάρχει ένας παραλληλισμός που αξίζει να συζητηθεί, αυτός αφορά τη σχέση της εξουσίας με τα σκάνδαλα και τη λογοδοσία. Από την υπόθεση Calcestruzzi της εποχής του πατέρα μέχρι τις σημερινές υποθέσεις που βαραίνουν τη διακυβέρνηση του υιού, το ερώτημα που παραμένει ανοικτό είναι αν θα υπάρξει ουσιαστική διερεύνηση και απόδοση ευθυνών ή θα επαναληφθεί η ίδια εικόνα ατιμωρησίας. Γιατί αυτή τη φορά η κοινωνία απαιτεί απαντήσεις και δεν πρόκειται να αρκεστεί σε επικοινωνιακές διαχειρίσεις και πολιτικές εξαιρέσεις.

Αυτό ακριβώς αφορά και τη λειτουργία του κράτους δικαίου. Δεν κρίνεται από τις πρωθυπουργικές ομιλίες, αλλά κυρίως από τους νόμους και τις εγγυήσεις που θεσπίζει η ίδια η κυβέρνηση. Το Άρθρο 65 του ν. 5197/2025 (ΦΕΚ Α΄ 76/16.05.2025), με το οποίο τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 3213/2003 για τη συμμετοχή πολιτικών προσώπων και αξιωματούχων σε εταιρείες με έδρα στην αλλοδαπή ή σε μη συνεργάσιμα φορολογικά κράτη, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Τι ακριβώς άλλαξε; Ποιους αφορά; Ποιες εγγυήσεις διασφαλίζουν ότι οι κανόνες του «πόθεν έσχες» παραμένουν ουσιαστικοί; Σε τέτοια ζητήματα δεν αρκούν γενικές διαβεβαιώσεις. Χρειάζονται καθαρές εξηγήσεις, γιατί η διαφάνεια δεν μπορεί να είναι απαίτηση μόνο για τους άλλους.

Εδώ βρίσκεται, τελικά, το πραγματικό πρόβλημα της σημερινής κυβέρνησης. Δεν είναι μόνο η δημοσκοπική της φθορά. Είναι ότι έχει χάσει την επαφή με την κοινωνία, αλλά κυρίως με τις αρχές και τις αξίες που κάποτε έδιναν πολιτικό περιεχόμενο στην παράταξη που κυβερνά. Γιατί η Νέα Δημοκρατία δεν δημιουργήθηκε για να γίνει ένας μηχανισμός διαχείρισης της εξουσίας, ούτε για να υπηρετεί μια λογική όπου η επικοινωνία υποκαθιστά την πολιτική και η προσωπική διατήρηση της εξουσίας γίνεται αυτοσκοπός.

Η Ελλάδα χρειάζεται ξανά μια πολιτική με πυξίδα. Με πατριωτισμό, κοινωνική ευαισθησία, παραγωγική αντίληψη, θεσμική αξιοπιστία και καθαρή υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων. Χρειάζεται μια διακυβέρνηση που να πιστεύει στις δυνατότητες της χώρας και να δίνει προοπτική στους πολίτες της, όχι να τους ζητά διαρκώς να συμβιβάζονται με λιγότερα.

Και αυτό είναι το πραγματικό δίλημμα που ανοίγεται μπροστά μας. Δεν είναι αν θα αλλάξει απλώς μια κυβέρνηση, αλλά αν θα αλλάξει η ίδια η πολιτική κατεύθυνση της χώρας. Γιατί η Ελλάδα δεν μπορεί να παραμένει όμηρος των προσωπικών φιλοδοξιών κανενός, ούτε η μεγάλη κεντροδεξιά παράταξη να απαρνείται την ιστορία, τις ρίζες και την κοινωνική της αναφορά. Η πολιτική χρειάζεται ξανά αξίες, ευθύνη και εθνική αξιοπρέπεια. Και αυτή η αλλαγή δεν μπορεί να περιμένει άλλο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.