Από τα χαμόγελα στους χάρτες και το χρονικό μιας προαναγγελθείσας διπλωματικής αποτυχίας

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Όταν βαφτίζεις την αφέλεια «διπλωματία των ήρεμων υδάτων» και μου την πλασάρεις για υψηλή στρατηγική, ε, αυτό δεν είναι απλώς ένα πολιτικό λάθος, αλλά μια επικίνδυνη επιλογή με βαρύ εθνικό κόστος. Γιατί την εξωτερική πολιτική δεν θα τη κρίνουμε από τα πλατιά χαμόγελα στις διεθνείς συναντήσεις, τις πόζες για τις φωτογραφίες και τις φιλοφρονήσεις πίσω από τις κλειστές πόρτες. Θα τη κρίνουμε από το αν προστατεύει στην πράξη τα εθνικά μας συμφέροντα και αν εμποδίζει τον απέναντι να δημιουργεί τετελεσμένα.

Και τι βλέπουμε σήμερα; Βλέπουμε τον Κυριάκο Μητσοτάκη να εμφανίζεται στον ΟΗΕ κρατώντας χάρτες, να ανακαλύπτει ξαφνικά το τουρκολιβυκό μνημόνιο και να καταγγέλλει με στόμφο τον τουρκικό αναθεωρητισμό. Μόνο που αυτή η όψιμη αφύπνιση δεν μπορεί με τίποτα να σβήσει το παρελθόν. Αντίθετα, εκθέτει ακόμα περισσότερο την κυβερνητική γραμμή. Γιατί δεν γίνεται ο πρωθυπουργός να μου παριστάνει σήμερα τον ανένδοτο υπερασπιστή μιας πραγματικότητας, την οποία επί χρόνια αντιμετώπιζε σχεδόν σαν ενοχλητική λεπτομέρεια στις επαφές του με την Άγκυρα.

Ο ίδιος και ο υπουργός Εξωτερικών, ο Γιώργος Γεραπετρίτης, πόνταραν πολιτικά και επένδυσαν τα πάντα σε ένα ολόκληρο αφήγημα για τη δήθεν «νέα εποχή» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Μας ζάλισαν να μας μιλάνε για σύμφωνα φιλίας, για «θετικό κλίμα», για ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας και για τα τεράστια οφέλη της αποκλιμάκωσης. Ουσιαστικά μας ζητούσαν να πιστέψουμε το παραμύθι ότι η Τουρκία θα ξεχνούσε τις αναθεωρητικές της βλέψεις, επειδή η Ελλάδα θα επέλεγε απλώς να μην της χαλάει τη σούπα και να μην την ενοχλεί. Μόνο που η Άγκυρα δεν άλλαξε ούτε μοίρα στη στρατηγική της. Συνέχισε κανονικότατα να προβάλλει τη «Γαλάζια Πατρίδα», να επιμένει στο παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο, να αμφισβητεί ανοιχτά τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα και να τεστάρει τις αντοχές μας, όπως μας το θύμισε με τον πιο ωμό τρόπο η υπόθεση της Κάσου.

Και την ίδια ώρα που γίνονταν όλα αυτά, η κυβέρνηση τι έκανε; Έπαιρνε τις προειδοποιήσεις και τις αντιμετώπιζε σαν υπερβολές, ενώ τις σοβαρές, πατριωτικές φωνές τις αντιμετώπιζε σαν ενοχλητικές παραφωνίες. Όποιος τολμούσε να πει το αυτονόητο, ότι δηλαδή η Τουρκία δεν πρόκειται να κάνει πίσω στις διεκδικήσεις της με χαμόγελα και φιλοφρονήσεις, κινδύνευε αμέσως να φάει τη ρετσινιά του «οπαδού της έντασης». Έτσι, κατάφεραν να ταυτίσουν αυθαίρετα την υπεύθυνη στάση με τον κατευνασμό και να παρουσιάσουν την εθνική εγρήγορση περίπου σαν γραφικό αναχρονισμό. Μια πλήρης αντιστροφή της πραγματικότητας, που βέβαια βόλευε μια χαρά την επικοινωνιακή εικόνα του Μαξίμου, αλλά άφηνε έκθετη την ελληνική διπλωματία.

Το ακόμα πιο ανησυχητικό σε όλη αυτή την ιστορία είναι ότι η κυβέρνηση συνεχίζει να βλέπει την τουρκική πολιτική λες και είναι μια προσωρινή ιδιοτροπία του Ερντογάν. Λες και αρκεί να αλλάξει το πρόσωπο στην εξουσία στην Άγκυρα για να αλλάξει αυτόματα και η στρατηγική της Τουρκίας. Όμως ο αναθεωρητισμός δεν είναι το κόλλημα ενός μόνο ηγέτη. Είναι βαθιά ριζωμένος στην ίδια την τουρκική κρατική αντίληψη και διατρέχει τόσο τον ερντογανισμό όσο και την κεμαλική παράδοση. Οι μορφές διακυβέρνησης μπορεί να αλλάζουν, οι τακτικές να προσαρμόζονται, αλλά οι βασικές διεκδικήσεις απέναντι στην Ελλάδα μένουν ακριβώς οι ίδιες. Και όποιος δεν καταλαβαίνει αυτή τη διαχρονία, απλά δεν μπορεί να σχεδιάσει σοβαρή εθνική στρατηγική.

Στο Μέγαρο Μαξίμου, δυστυχώς, αντιμετώπισαν τη γεωπολιτική για πάρα πολύ διάστημα σαν μια απλή άσκηση δημοσίων σχέσεων. Το μόνο που τους ένοιαζε ήταν να διατηρούν την εικόνα του «καλού και προβλέψιμου συνομιλητή» στους ξένους, παρά να βάζουν με συνέπεια στο τραπέζι το πραγματικό πρόβλημα του τουρκικού αναθεωρητισμού. Μόνο που η εξωτερική πολιτική δεν είναι διαγωνισμός δημοφιλίας στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Και το διεθνές δίκαιο, όσο ισχυρό θεμέλιο κι αν είναι για τις θέσεις μας, δεν υπερασπίζεται μόνο του τον εαυτό του. Θέλει διπλωματική επιμονή, θέλει πολιτική βούληση, θέλει γερές συμμαχίες και, πάνω απ’ όλα, θέλει αξιόπιστη αποτροπή.

Γι’ αυτό ακριβώς και οι τωρινές κορώνες του πρωθυπουργού στον ΟΗΕ δεν είναι από μόνες τους καμία διπλωματική επιτυχία. Είναι, πρώτα απ’ όλα, μια τεράστια πολιτική αντίφαση. Είναι η ζωντανή απόδειξη ότι η σκληρή τουρκική πραγματικότητα δεν χωρούσε τελικά στο ροζ επικοινωνιακό αφήγημα των «ήρεμων υδάτων». Και το ερώτημα που δικαιούται να κάνει κάθε Έλληνας πολίτης σήμερα είναι ότι, αφού ο τουρκικός αναθεωρητισμός ήταν τόσο σοβαρός που απαιτεί τώρα διεθνείς καταγγελίες από το βήμα του ΟΗΕ, γιατί επί τόσα χρόνια η κυβέρνηση μας πουλούσε την εντύπωση ότι η πολιτική της «προσέγγισης» έφτανε και περίσσευε για να τον φρενάρει;

Η ευθύνη των Μητσοτάκη και Γεραπετρίτη είναι απολύτως συγκεκριμένη, αφού το πρόβλημα δεν είναι ότι διάλεξαν τον διάλογο, κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν αμφισβητεί ότι χρειάζεται ο διάλογος. Το πρόβλημα είναι ότι παρουσίασαν τον διάλογο σαν υποκατάστατο μιας ολοκληρωμένης εθνικής στρατηγικής. Μπέρδεψαν την αποκλιμάκωση με την ασφάλεια, μπέρδεψαν την επικοινωνιακή ηρεμία με τη γεωπολιτική σταθερότητα και την αποφυγή της έντασης με την περιφρούρηση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων. Και τώρα τρέχουν να το παίξουν αυστηροί υπερασπιστές των ελληνικών θέσεων, χωρίς όμως να δίνουν καμία πειστική απάντηση για τα αποτελέσματα της πολιτικής που οι ίδιοι σχεδίασαν και υπηρέτησαν.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται ούτε πολεμοκάπηλες κραυγές ούτε διπλωματίες της αυταπάτης. Χρειάζεται μια ηγεσία που να ξέρει πολύ καλά ότι η ειρήνη δεν εξασφαλίζεται με ευχολόγια και ότι η καλή γειτονία δεν χτίζεται πάνω στην ανοχή των αναθεωρητικών διεκδικήσεων του γείτονα. Χρειάζεται μια εξωτερική πολιτική με εθνική αυτοπεποίθηση, με ξεκάθαρες κόκκινες γραμμές και με πραγματική αποτρεπτική ισχύ.

Γιατί τα «ήρεμα νερά» δεν συνιστούν εθνική στρατηγική όταν ο απέναντι συνεχίζει να αμφισβητεί τα δικαιώματα σου. Είναι απλά μια επικοινωνιακή κατασκευή, που μπορεί να αποκοιμίζει προσωρινά την κοινή γνώμη, αλλά δεν δεσμεύει ούτε φρενάρει στο ελάχιστο την Άγκυρα. Και το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι ότι η Τουρκία συνεχίζει τις διεκδικήσεις της, αυτό το ξέραμε από την πρώτη στιγμή. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι η ελληνική κυβέρνηση χρειάστηκε τόσα χρόνια για να παραδεχθεί δημόσια αυτό που ήταν εξαρχής ολοφάνερο σε όλους μας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.