Ο ψευδεπίγραφος εκσυγχρονισμός της Δόμνας Μιχαηλίδου και η θεσμική αποδόμηση της οικογένειας
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Διαβάζοντας το πρόσφατο άρθρο της Υπουργού Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, κ. Δόμνας Μιχαηλίδου, καταλαβαίνει κανείς αμέσως που πάσχει η κυβερνητική λογική. Παρουσιάζει την κοινωνική πολιτική σαν ένα άθροισμα από γραφειοκρατικά εργαλεία, επιδόματα-ψίχουλα, διεθνείς συναντήσεις στη Νέα Υόρκη και επικοινωνιακά πάνελ. Αντί η πολιτεία να σκύψει πάνω από τα βαθιά αίτια που διαλύουν τον κοινωνικό ιστό, εγκλωβίζεται σε μια τεχνοκρατική διαχείριση των συμπτωμάτων. Και το χειρότερο; Παρουσιάζει ως «εκσυγχρονισμό» μια διαδικασία που στην ουσία αποδομεί το πιο ζωντανό κύτταρο της κοινωνίας μας.
Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η ελληνική κοινωνία έχει αλλάξει βαθιά τις τελευταίες δεκαετίες. Οι ρόλοι μέσα στην οικογένεια μετασχηματίστηκαν, οι γυναίκες διεκδίκησαν και κατέκτησαν με κόπο δικαιώματα, μόρφωση και επαγγελματικές ευκαιρίες, ενώ οι νέες γενιές παλεύουν καθημερινά να ισορροπήσουν σε αλλεπάλληλες απαιτήσεις. Αυτές οι αλλαγές αποτελούν κατάκτηση και κανείς λογικός άνθρωπος δεν επιθυμεί την επιστροφή σε παρωχημένα πρότυπα.
Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι να αμφισβητήσουμε την κοινωνική εξέλιξη, αλλά να δούμε πώς θα διαφυλάξουμε την οικογένεια μέσα στις νέες συνθήκες. Ακόμη κι αν η μορφή της εξελίσσεται, δεν πρέπει να παύσει να λειτουργεί ως οικογένεια, να αποτελεί έναν χώρο σταθερότητας που γεννά την επιθυμία για παιδιά, εμπνέει τη συνέπεια και την ευθύνη, και δίνει στα νέα ζευγάρια την πραγματική οικονομική δυνατότητα να τα μεγαλώσουν. Κυρίως, να ανατρέφει ολοκληρωμένους ανθρώπους με αξίες, κι όχι απλώς πειθήνιους καταναλωτές ή ευέλικτα «εργατικά χέρια» για την αγορά.
Αυτή η θεσμική διολίσθηση κουμπώνει απόλυτα σε αυτό που περιγράφει ο Ulrich Beck στη «Κοινωνία της Διακινδύνευσης», ότι το αμιγώς αγοραίο μοντέλο της ύστερης νεωτερικότητας, αν το τραβήξεις μέχρι τις εσχατιές του, συνεπάγεται μια κοινωνία χωρίς οικογένειες και χωρίς παιδιά. Η σύγχρονη αγορά εργασίας απαιτεί ένα άτομο απόλυτα ευέλικτο, διαρκώς κινητικό, ανταγωνιστικό και αποδεσμευμένο από υποχρεώσεις, έτοιμο να θυσιάσει κάθε προσωπικό δεσμό.
Κι αντί το κράτος να βάλει ένα ανάχωμα και να προστατεύσει τον θεσμό, έρχεται η κυβέρνηση και ντύνει αυτή την πίεση με προοδευτικό περιτύλιγμα. Όταν όμως η προάσπιση της οικογένειας αντιμετωπίζεται σχεδόν ως προσβλητικό «συντηρητικό κατάλοιπο» και η βαθιά συναισθηματική δέσμευση εξισώνεται με εφήμερες σχέσεις, τότε η ίδια η κοινωνία χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια της.
Παράλληλα, μέσα στη δίνη της μεταβιομηχανικής καταναλωτικής κοινωνίας, σπρώχνουμε τους νέους να μαζεύουν γνώσεις και προσόντα μόνο για την επαγγελματική επιβίωση κι όχι για την ηθική τους τελείωση. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον ατομικισμού, πώς περιμένουμε από τους νέους να βρουν τις αρχές για να κάνουν οικογένεια; Πώς περιμένουμε να ανατραπεί η δημογραφική κατάρρευση, όταν ο δείκτης γονιμότητας έχει πέσει στο τραγικό 1,24; Και πώς να εμπνευστούν τα νέα ζευγάρια, όταν ακούνε καθημερινά για δικαιωματισμούς και woke ατζέντες, ακόμα και από τα στόματα στελεχών μιας παράταξης που αυτοπροσδιορίζεται ως «συντηρητική»;
Η αντιμετώπιση του δημογραφικού ως απλού λογιστικού ή τεχνικού προβλήματος διοίκησης δείχνει ότι η υπουργός βρίσκεται σε εντελώς λάθος κατεύθυνση. Τα 50 μέτρα, τα δισεκατομμύρια στα χαρτιά και οι διεθνείς ανταλλαγές τεχνογνωσίας παραμένουν κενά περιεχομένου, αν δεν «κουμπώνουν» πάνω σε μια πολιτεία που εμπνέει εμπιστοσύνη και στηρίζει έμπρακτα τους νέους, με προσιτή κατοικία, αξιοπρεπείς αποδοχές, σταθερή εργασία και ένα περιβάλλον που δεν αντιμετωπίζει τη γονεϊκότητα ως εμπόδιο στην καριέρα, αλλά ως σπουδαία κοινωνική προσφορά.
Ο αληθινός εκσυγχρονισμός δεν είναι να μετατραπούμε σε απομονωμένες μονάδες στην υπηρεσία της αγοράς. Είναι να φτιάξουμε τις συνθήκες για να ριζώσει ο άνθρωπος, να συνδεθεί και να αναθρέψει ελεύθερες προσωπικότητες. Όσο η κυβέρνηση επιμένει σε γραφειοκρατικά ευχολόγια, θα παραμένει απλός θεατής μιας προαναγγελθείσας δημογραφικής και κοινωνικής χρεοκοπίας.

