Το φιλελεύθερο προσωπείο μιας κυβέρνησης που στερεί την ατομική ανεξαρτησία

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Η πρόσφατη «μάχη» στη Βουλή για την ακρίβεια είναι το πιο απτό, επίκαιρο παράδειγμα μιας βαθύτερης πολιτικής παθογένειας. Παρακολουθήσαμε άλλη μια φορά μια συζήτηση-καθρέφτη της αντίληψης ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία εξαντλείται στην επικοινωνιακή διαχείριση και σε εφήμερους ελιγμούς. Η κυβέρνηση, προκειμένου να συντηρήσει το προφίλ μιας προοδευτικής, εκσυγχρονιστικής δύναμης, επιστρατεύει μια λίστα από μεγάλα θεσμικά νομοσχέδια, από τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών μέχρι τη νόμιμη μετανάστευση, ως τεκμήρια μιας δήθεν δυτικής εξέλιξης.

Αν όμως αφήσουμε στην άκρη αυτή τη βιτρίνα και εξετάσουμε την ουσία της φιλελεύθερης σκέψης, γίνεται φανερό ότι αυτό που πλασάρεται ως πρόοδος λειτουργεί ως προπέτασμα καπνού για την εμπέδωση ενός συγκεντρωτικού καθεστώτος των ελίτ, το οποίο υπονομεύει το πιο βασικό θεμέλιο του πολιτεύματος, δηλαδή, την ατομική ανεξαρτησία του πολίτη. Γιατί, κακά τα ψέματα, κανένα φιλελεύθερο οικοδόμημα δεν μπορεί να σταθεί αν δεν βασίζεται σε μια ηθική θεωρία που δικαιώνει την αυτονομία του ατόμου.

Ο Ρουσσώ το είχε διατυπώσει με απόλυτη σαφήνεια, τονίζοντας ότι το δικαίωμα της ιδιοκτησίας είναι το θεμέλιο της πολιτικής κοινωνίας, αλλά μόνο όταν λειτουργεί ως εγγύηση της ελευθερίας του εργαζόμενου μικροϊδιοκτήτη. Όταν ο πλούτος συγκεντρώνεται απεριόριστα σε ελάχιστα χέρια, μετατρέπεται αυτόματα σε μέσο εκμετάλλευσης. Μια αληθινά φιλελεύθερη κοινωνία απαιτεί μια τέτοια ισορροπία, ώστε κανένας πολίτης να μην είναι τόσο πλούσιος που να μπορεί να αγοράσει έναν άλλον, και κανένας τόσο φτωχός που η ανάγκη να τον αναγκάζει να πουλήσει τον εαυτό του.

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Τόμας Τζέφερσον προειδοποιούσε ότι η οικονομική εξάρτηση επιγεννά δουλοπρέπεια, πνίγοντας το πνεύμα της αλήθειας και προετοιμάζοντας κατάλληλα εργαλεία για τη φιλοδοξία των ισχυρών. Αντικρίζοντας την ελληνική πραγματικότητα, όπως αυτή αποτυπώθηκε στη συζήτηση της Βουλής, αναρωτιέται κανείς, ποια είναι η οικονομική ανεξαρτησία του σύγχρονου Έλληνα.

Όταν ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, λοιπόν, χαρακτηρίζει την ακρίβεια ως «έναν σιωπηλό, άδικο φόρο» και η κυβερνητική απάντηση εξαντλείται στην απόρριψη των δομικών φορολογικών μειώσεων (όπως ο ΦΠΑ) και στην ανακοίνωση μιας προσωρινής, εμβαλωματικής μείωσης στα καύσιμα (10 λεπτά στη βενζίνη και 5 λεπτά στο diesel έως το τέλος Αυγούστου), ο πολίτης υποβιβάζεται σε έναν εξαρτημένο δέκτη passes και βραχυπρόθεσμων διευκολύνσεων. Αυτή η κατάσταση, όπως σημείωνε ο Τζον Στιούαρτ Μιλ, όπου οι άνθρωποι στερούνται ουσιαστικών επιλογών και εξαρτώνται από τις διαθέσεις του κράτους ή των ολιγοπωλίων, ελάχιστα διαφέρει από την πραγματική δουλεία.

Αυτή η διολίσθηση αντανακλά την πλήρη εγκατάλειψη του αναπτυξιακού μοντέλου δημοκρατίας του Μιλ, το οποίο έβλεπε το πολίτευμα ως μέσο για την ηθική και πρακτική αυτοανάπτυξη του ατόμου. Αντίθετα, έχουμε εγκλωβιστεί σε αυτό που ο Σουμπέτερ ονόμασε «δημοκρατία της ισορροπίας», όπου η πολιτική μετατρέπεται σε μια κυνική αγορά. Οι πολίτες αντιμετωπίζονται αποκλειστικά ως καταναλωτές και τα πολιτικά κόμματα ως επιχειρήσεις που ανταγωνίζονται για να πουλήσουν «πολιτικά αγαθά» και πακέτα μέτρων ανακούφισης. Οι προοδευτικές νομοθετήσεις και οι έκτακτες παρεμβάσεις σε συνεννόηση με τα διυλιστήρια δεν πηγάζουν από ένα γνήσιο όραμα χειραφέτησης, αλλά προσφέρονται ως εμπορεύματα για την εξαγορά της κοινωνικής συναίνεσης.

Όταν το κράτος καταντά μια ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης πολιτικών προϊόντων, και η ασφάλεια των κερδών των ελάχιστων αναγορεύεται σε υπέρτατη αρχή, η λέξη «πρόοδος» αποτελεί προσβολή για τη φιλελεύθερη σκέψη. Η κυβέρνηση δεν ηγείται μιας ανοιχτής, φιλελεύθερης δημοκρατίας, αλλά ενός καθεστώτος ανταγωνιζόμενων ελίτ που χρησιμοποιεί δικαιωματικά και εκσυγχρονιστικά προσωπεία για να συγκαλύψει την υπερσυγκέντρωση της εξουσίας και την οικονομική ασφυξία των πολλών. Χωρίς οικονομική αυθύπαρξη των πολιτών, χωρίς ουσιαστική θεσμική συμμετοχή και με τους όρους του παιχνιδιού να υπαγορεύονται από μια χούφτα ανθρώπους, η γενική βούληση και η ατομική ελευθερία δίνουν τη θέση τους στη μονοπωλιακή βούληση του Μεγάρου Μαξίμου και των ισχυρών οικονομικών εταίρων του.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.