Το προεκλογικό πυροτέχνημα των ρυθμίσεων και το πραγματικό αδιέξοδο της ελληνικής οικονομίας

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Η διαχείριση της ελληνικής οικονομίας πάσχει διαχρονικά από μια εμμονική μονομέρεια που κοιτάζει επίμονα μόνο την πλευρά των εξόδων, και μάλιστα ένα ελάχιστο μέρος τους, τα ήδη μαζεμένα χρέη, αφήνοντας τελείως εκτός κάδρου τα έσοδα, το τι μένει στην τσέπη του κόσμου και, κυρίως, την ύπαρξη ενός σοβαρού αναπτυξιακού σχεδίου. Το πρόσφατο πολυνομοσχέδιο του Υπουργείου Οικονομικών είναι η προσωποποίηση αυτής της λογικής, και μάλιστα με ένα timing που «βγάζει μάτι», αφού η κυβέρνηση θυμήθηκε να φέρει αυτές τις ρυθμίσεις εσπευσμένα μετά από επτά ολόκληρα χρόνια διακυβέρνησης και μόλις επτά μήνες πριν από τις εκλογές.

Αυτές οι νέες παρεμβάσεις, από τις 72 δόσεις και τον εξωδικαστικό, μέχρι τον Φορέα Ακινήτων και το ακατάσχετο, πλασάρονται σαν βαθιές ανάσες, αλλά στην πραγματικότητα μιλάμε για ένα όψιμο επικοινωνιακό πυροτέχνημα στο κενό. Η αλήθεια στην οικονομία είναι μία και αμείλικτη, αφού αν δεν υπάρξει πραγματική ανάπτυξη για να μπει ζεστό χρήμα στις τσέπες των πολιτών, όσες ρυθμίσεις και να ψηφίσεις με το βλέμμα στις κάλπες, το κράτος απλώς θα προσπαθεί να σχεδιάσει εισπράξεις πάνω σε μια οικονομία που δεν παράγει τίποτα.

Αυτή η παραγωγική γύμνια δεν είναι μια θεωρητική ασυνέπεια, αλλά αποτυπώνεται ξεκάθαρα στο δραματικό διαρθρωτικό έλλειμμα παραγωγικότητας της εργασίας, η οποία σύμφωνα με το ΙΟΒΕ παραμένει καθηλωμένη στα επίπεδα του 2000, ανοίγοντας συνεχώς την ψαλίδα από την Ευρώπη. Όταν, λοιπόν, η όποια μεγέθυνση του ΑΕΠ στηρίζεται σε κλάδους χαμηλής προστιθέμενης αξίας, όπως ο τουρισμός και η εστίαση, είναι επόμενο το κράτος να εγκλωβίζεται σε ημίμετρα, επιβάλλοντας για παράδειγμα στις 72 δόσεις ένα τσουχτερό σταθερό επιτόκιο 5,84% πάνω σε παγωμένους μισθούς. Για να καταλάβετε πρακτικά γιατί η ρύθμιση θα καταρρεύσει στους πρώτους μήνες, για να αντέξει ένας οφειλέτης αυτό το επιτόκιο μαζί με το κεφάλαιο, πρέπει η επιχείρηση του ή ο μισθός του να αναπτύσσονται με ρυθμό ανώτερο του 6% ετησίως.

Την ίδια ώρα, οι 35ετείς ρυθμίσεις των τραπεζών υποθέτουν αυθαίρετα ότι μια επιχείρηση ή ένα νοικοκυριό θα είναι βιώσιμα μέχρι το 2060, χωρίς κανείς να απαντά στο βασικό ερώτημα, ποιες νέες δουλειές, ποιες επενδύσεις και ποια παραγωγή θα φέρουν τα λεφτά για να πληρώνονται αυτές οι δόσεις; Χωρίς τέτοια θεμέλια, η ρύθμιση θα σπάσει μαθηματικά στους πρώτους μήνες, όπως ακριβώς και το άπαξ ξεμπλοκάρισμα των λογαριασμών με προκαταβολή 25%, που απλώς στερεί από την αγορά το ελάχιστο ρευστό που της απέμεινε για να αγοράσει λίγες εβδομάδες «ελευθερίας», πριν ξαναμπλοκαριστεί οριστικά επειδή ο τζίρος της παραμένει μηδενικός.

Το χειρότερο είναι ότι αυτή η αδυναμία παραγωγής διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών μας οδηγεί σε ένα μόνιμα εκρηκτικό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο αγγίζει τα 14,1 δισ. ευρώ, αποδεικνύοντας ότι η χώρα καταναλώνει συστηματικά περισσότερα από όσα παράγει, βασιζόμενη σε εισαγωγές. Αυτή η αναιμική πραγματικότητα συνδέεται άμεσα με το γεγονός ότι οι επενδύσεις των ελληνικών νοικοκυριών σε μετοχές και επενδυτικά κεφάλαια είναι μόλις στο 18,9% του ΑΕΠ, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος αγγίζει το 35,4%.

Μιλάμε για μια βαθιά δομική στρέβλωση που δείχνει ότι ο μέσος Έλληνας στερείται το οικονομικό υπόβαθρο και τα πλεονάσματα που θα τροφοδοτούσαν την παραγωγική μηχανή, αφού το διαθέσιμο εισόδημα του εξανεμίζεται στην ακρίβεια. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η απαίτηση του Υπουργείου για μακροχρόνιες και συνεπείς δόσεις είναι τελείως εκτός πραγματικότητας, την ίδια ώρα που η χώρα αιμορραγεί εσωτερικά από την ερήμωση του πρωτογενή και δευτερογενή τομέα, με την παραγωγή πλήρως απαξιωμένη, και από μια καλπάζουσα υπογεννητικότητα που αποτελεί ωρολογιακή βόμβα για το ασφαλιστικό και το εργατικό δυναμικό.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό της παραγωγικής αποψίλωσης και της δημογραφικής συρρίκνωσης, η στεγαστική κρίση δίπλα μας έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο, και το Υπουργείο, αντί να φτιάξει μια στρατηγική για προσιτά σπίτια, μετατρέπει τη στέγη σε ένα καθαρά κερδοσκοπικό προϊόν για να καθαρίσουν οι ισολογισμοί των τραπεζών. Κάνει, δηλαδή, το ακριβώς αντίθετο από αυτό που βλέπουμε διεθνώς, όπως έγινε στις ΗΠΑ που έβγαλαν διάταγμα για να μπλοκάρουν τα μεγάλα funds από το να αγοράζουν πρώτες κατοικίες, ώστε να προστατευτεί η μεσαία τάξη.

Εδώ, με τον περίφημο Φορέα Απόκτησης & Επαναμίσθωσης Ακινήτων, το κράτος παραδίδει 15.000 πρώτες κατοικίες ευάλωτων ανθρώπων σε ένα ξένο fund και μάλιστα επιδοτεί και ένα μέρος του ενοικίου. Αυτό σημαίνει ότι δημόσιο χρήμα γίνεται εγγυημένο κέρδος για τα ξένα κεφάλαια, ενώ ο ιδιοκτήτης μετατρέπεται σε νοικάρη στο ίδιο του το σπίτι για 12 χρόνια, με την επαναγορά στο τέλος να παραμένει άπιαστο όνειρο. Την ίδια ώρα, η προστασία της πρώτης κατοικίας σου ζητάει να πουλήσεις ό,τι άλλο επαγγελματικό εργαλείο έχεις, παίρνοντας σου τα μόνα μέσα που διέθετες για να παραγάγεις νέο πλούτο και να ορθοποδήσεις.

Αυτή η κυβερνητική μονομέρεια εκτίθεται πλήρως και από την έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία τονίζει ότι ένα τεράστιο μέρος των σπιτιών μένει εκτός αγοράς λόγω γραφειοκρατίας και παλαιότητας, αποφέροντας μάλιστα αρνητική απόδοση στους ιδιοκτήτες. Απέναντι σε αυτό, η κυβέρνηση έχει μεν ήδη δρομολογήσει συγκεκριμένα διαρθρωτικά μέτρα για να αυξηθούν τα διαθέσιμα ακίνητα, αλλά η μέχρι τώρα πορεία τους δείχνει ότι εφαρμόζονται χωρίς τη σωστή φιλοσοφία και χωρίς καμία διάθεση για σύγκρουση με τις παθογένειες.

Η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας μέσω της κοινωνικής αντιπαροχής έχει ήδη κολλήσει στα γρανάζια του Δημοσίου, ενώ οι δρομολογημένες ρυθμίσεις για τη μετατροπή κενών γραφείων σε σπίτια και την ανακαίνιση κτιρίων μένουν στα χαρτιά επειδή η κυβέρνηση αρνείται να απλοποιήσει τις πολεοδομικές άδειες και να μειώσει τη γραφειοκρατία των μεταβιβάσεων. Ακόμα και οι φοροαπαλλαγές που θεσμοθετήθηκαν για να ανοίξουν τα κλειστά διαμερίσματα αποδεικνύονται λίγες, καθώς λείπει η τολμηρή διαρθρωτική προσέγγιση, η θέσπιση, δηλαδή, γενναίων φοροελαφρύνσεων σε όποιον χτίζει ή ανακαινίζει ριζικά κτίρια αποκλειστικά για μακροχρόνια μίσθωση ή κύρια κατοικία, και όχι για Airbnb ή επενδυτικά χαρτοφυλάκια.

Όσο το κράτος αρνείται να διαχωρίσει φορολογικά το σπίτι που μένει ο κόσμος από την επενδυτική εκμετάλλευση, η μεσαία τάξη θα συνεχίσει να πετάγεται έξω από την αγορά, με το Υπουργείο να αναλώνεται σε ημίμετρα όπως η αύξηση του ακατάσχετου ορίου στα 1.600 ευρώ, το οποίο αποτελεί απλώς την ομολογία αποτυχίας μιας ανύπαρκτης αναπτυξιακής πολιτικής, αφού προστατεύεις νομικά έναν λογαριασμό που παραμένει άδειος.

Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι ότι αυτή η αποτυχία σφραγίζει και το μέλλον, αφού αποδεικνύεται περίτρανα ότι στα επτά χρόνια της θητείας της, η κυβέρνηση δεν κατάφερε να αξιοποιήσει ουσιαστικά ούτε την εξωτερική αιμοδότηση του Ταμείου Ανάκαμψης, διοχετεύοντας τους πόρους σε λίγους μεγάλους ομίλους για ψηφιακές και ενεργειακές εισαγωγές, χωρίς διάχυση στην πραγματική οικονομία.

Καθώς το πρόγραμμα αυτό πλησιάζει στο τέλος του, οι προβλέψεις δείχνουν ήδη επιβράδυνση της ανάπτυξης στο 1,5%, πράγμα που σημαίνει ότι η μετά-Ταμείου Ανάκαμψης εποχή βρίσκεται κυριολεκτικά στον αέρα. Χωρίς μια αυτοτροφοδοτούμενη αναπτυξιακή μηχανή που θα έβαζε πρώτα τις ανάγκες των πολιτών, τα νέα μέτρα του Υπουργείου θα αποτύχουν ως ρυθμίσεις επί χάρτου, αφήνοντας στο απυρόβλητο την κερδοσκοπία των funds και καταδικάζοντας την οικονομία στον φαύλο κύκλο της μιζέριας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.