Το τέλος της μεταρρυθμιστικής φενάκης και η επιτακτική φυγή προς τα εμπρός για τη διάσωση της χώρας
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Στην Ελλάδα του 2026, η πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα μοιάζει να έχει εγκλωβιστεί σε ένα πνιγηρό σκηνικό που θυμίζει έντονα τους «Δεσμώτες» του Άγγελου Τερζάκη. Η διαπίστωση του μεγάλου μας συγγραφέα ότι «είμαστε λυμφατικοί, σα φυλακισμένοι που δεν τους βλέπει το φως» αντηχεί σήμερα με μια ανατριχιαστική ακρίβεια, καθώς η χώρα βυθίζεται σε ένα τέλμα όπου η ελπίδα για πραγματικές μεταρρυθμίσεις δίνει τη θέση της σε μια παρατεταμένη θεσμική και οικονομική ασφυξία.
Αυτό το «σκοτάδι» δεν είναι μόνο ηθικό, αλλά βαθιά υλικό, καθώς η συσσώρευση σκανδάλων που τελούν υπό διερεύνηση έχει δημιουργήσει έναν φαύλο κύκλο που παραλύει τα ζωτικά όργανα της χώρας, την ίδια στιγμή που η επίσημη εξουσία επιλέγει να οχυρωθεί πίσω από μια επικίνδυνη προπαγανδιστική αλαζονεία. Αντί για πειστικές απαντήσεις στην ουσία των προβλημάτων, οι πολίτες έρχονται αντιμέτωποι με το αφήγημα πως «πριν από εμάς δεν υπήρχε τίποτα και μετά από εμάς τίποτα δεν θα υπάρξει», μια αντίληψη που διαπερνά οριζόντια το κυβερνητικό σχήμα και μετατρέπει την πολιτική επικοινωνία σε εργαλείο αυτό-επικύρωσης και αποκλεισμού.
Όταν κορυφαίοι υπουργοί παρουσιάζουν κάθε μεταρρύθμιση ως μια αποκλειστική, ηρωική επιτυχία, υπονοώντας ότι η ιστορική διαδρομή της χώρας ξεκίνησε από το μηδέν το 2019, ασκούν μια συστηματική προπαγάνδα που υποτιμά τη νοημοσύνη και την προσφορά ολόκληρης της κοινωνίας, αλλά και προηγούμενων κυβερνήσεων. Αυτή η κενή ουσίας μεταρρυθμιστική αλαζονεία, όταν συνδυάζεται με τον χαρακτηρισμό όσων διαφωνούν ως «ακραίων», «λαϊκιστών» ή «γραφικών μειοψηφιών», δηλητηριάζει τη σχέση του πολίτη με την πολιτική.
Η δημοκρατία μας διολισθαίνει έτσι από ένα πεδίο διαλόγου σε ένα άκαμπτο καθεστώς αυθεντίας, όπου η πρόοδος και η ορθολογικότητα παρουσιάζονται ως ιδιοκτησία μιας κλειστής ομάδας στελεχών, την ώρα που η καθημερινότητα των πολλών διαψεύδει τα ιλουστρασιόν γραφήματα των υπουργικών γραφείων. Το αποτέλεσμα είναι η μαζική αποξένωση των πολιτών από το πολιτικό σύστημα και η διάβρωση της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, καθώς όταν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αισθάνονται συστηματικά υποτιμημένα και αποκλεισμένα, οι δημοκρατικές ισορροπίες κλονίζονται συθέμελα και η κοινωνική συνοχή διαρρηγνύεται ανεπανόρθωτα.
Αυτός ο εγκλωβισμός τροφοδοτείται από μια σειρά ανοιχτών πληγών, από τις υποκλοπές και την τραγωδία των Τεμπών μέχρι τη σκιώδη διαχείριση των αγροτικών επιδοτήσεων και τις υποκλοπές, υποθέσεις που η κυβέρνηση επιχειρεί να υποβαθμίσει ως ενοχλητικές λεπτομέρειες που ανακόπτουν το «μεγαλειώδες» έργο της. Ωστόσο, η μεγαλύτερη απειλή κρύβεται στον τρόπο με τον οποίο αυτή η συνολική σήψη και η επικοινωνιακή ύβρις μεταφράζονται σε μια αναπόφευκτη οικονομική στασιμότητα.
Για παράδειγμα, όσο οι καταγγελίες για τη διαχείριση του Ταμείου Ανάκαμψης και τις απευθείας αναθέσεις παραμένουν στο μικροσκόπιο των αρχών, ολόκληρη η οικονομική δραστηριότητα εισέρχεται σε μια «γκρίζα ζώνη» αβεβαιότητας. Η στασιμότητα αυτή δεν είναι απλώς ένα στατιστικό μέγεθος, αλλά το άμεσο αποτέλεσμα της παράλυσης της δημόσιας διοίκησης, όπου ο φόβος της υπογραφής παγώνει τις διαδικασίες, και μιας αγοράς που βλέπει τους πόρους να κατευθύνονται σε έναν κλειστό κύκλο ημετέρων. Όταν η επιχειρηματικότητα παύει να είναι ζήτημα ανταγωνισμού και γίνεται ζήτημα προσβάσεων στο Μαξίμου, η οικονομία χάνει τη δυναμική της, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στραγγαλίζονται και το brain drain κεφαλαίων και ταλέντου καθίσταται πλέον μη αναστρέψιμο.
Ο κίνδυνος για την Ελλάδα είναι πλέον υπαρξιακός, καθώς η αβεβαιότητα δικαίου και η θεσμική αποσάθρωση μας φέρνουν όλο και πιο κοντά στην οικονομική στασιμότητα, αφού τείνουν να αποτρέψουν τις σοβαρές επενδύσεις και αφήνουν την πατρίδα μας να στηρίζεται σε πήλινα πόδια επικοινωνιακών πυροτεχνημάτων που σβήνουν μπροστά στην ακρίβεια και την ανασφάλεια.
Η δε δημοκρατία μας δεν κινδυνεύει πλέον μόνο από εξωτερικούς εχθρούς, αλλά από την εσωτερική της απογύμνωση, όπου η πολιτική εξουσία ταυτίζεται με το κράτος και η κριτική με την προδοσία. Σε αυτό το οριακό σημείο, η παραμονή στην εξουσία δεν αποτελεί πλέον υπηρεσία προς τη σταθερότητα, αλλά το βασικό εμπόδιο για την εθνική ανάρρωση. Ο Γόρδιος Δεσμός των σκανδάλων, της αλαζονείας και της οικονομικής παράλυσης έχει γίνει τόσο σφιχτός, που μόνο η σπαθιά της πολιτικής γενναιότητας μπορεί να τον λύσει.
Η μόνη πραγματικά πατριωτική κίνηση που θα μπορούσε να κάνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης αυτή τη στιγμή θα ήταν η παραίτηση του, ώστε να διευκολυνθεί η πολυπόθητη φυγή προς τα εμπρός. Μια τέτοια πράξη ευθύνης θα λειτουργούσε ως καθαρτήριος καταλύτης, απελευθερώνοντας τις υγιείς δυνάμεις της παράταξης και του τόπου από το βάρος μιας ηγεσίας που έχει ταυτιστεί με τη θεσμική διολίσθηση και την κοινωνική απαξίωση. Είναι η μόνη οδός για να αποκατασταθεί η δημοκρατική ομαλότητα, να αφεθεί η Δικαιοσύνη να αναπνεύσει μακριά από κυβερνητικές παρεμβάσεις και να επανέλθει η οικονομία σε μια τροχιά πραγματικής παραγωγικότητας που θα αφορά τους πολλούς.
Αν η χώρα δεν σπάσει τώρα τα δεσμά της, κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν οικονομικό και θεσμικό σκελετό, καταδικασμένο να ζει στο ημίφως της αναξιοπιστίας, μακριά από το φως της δημιουργίας και της αληθινής δημοκρατίας που αξίζει στους πολίτες της. Με τη συνέχιση αυτής της πορείας καθίσταται, αν όχι βέβαιο, τότε εξαιρετικά πιθανό το ενδεχόμενο να βρεθούμε σύντομα μπροστά σε μια νέα δημοσιονομική εκτροπή. Το φως που στερούμαστε δεν είναι απλώς μια μεταφορά, αλλά η τελευταία μας ευκαιρία πριν η ιστορία επαναληφθεί ως μια ακόμα πιο σκληρή τραγωδία.

