Πόσο μας απειλεί το τρυπάνι της Τουρκίας;
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος, Συγγραφέας
Ένας χρόνος πέρασε κιόλας από την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών. Η εθνική πληγή, της παραχώρησης της μακεδονικής εθνότητας και γλώσσας αλλά κι ενός ονόματος με σαφέστατη αλυτρωτικό υπόβαθρο, παραμένει ανοιχτή. Οι συνέπειες της τότε απόφασης επιβεβαιώνονται στην πράξη. Διπλωματικές αλλά και οικονομικές.
Από τότε αναρωτιόμσσταν τι θα ακολουθούσε στη διαχείριση των εθνικών μας θεμάτων; Ποιο επόμενο ανοιχτό κεφάλαιο θα επέλεγε να κλείσει η κυβέρνηση με τον ίδιο βιαστικό, υποχωρητικό τρόπο; Ποιο συμβιβασμό θα επιχειρούσε ειδικά σχετικά με το Αιγαίο και την εκμετάλλευση της ΑΟΖ.
Οι διαθέσεις είχαν φανεί από πολύ νωρίς. Κάτι το Αιγαίο….. χωρίς σύνορα που ανήκει στα ψάρια του. Κάτι οι αναφορές σε συνδιαχείριση των ενεργειακών κοιτασμάτων σε ένα πέλαγο… ειρήνης! Κάτι η χαλαρή στάση για το ευρωπαϊκό μέλλον της Τουρκίας ή τα ζητήματα της μουσουλμανικής μειονότητας στην Ελλάδα.
Τώρα οι άσπονδοι… φίλοι και γείτονες, έρχονται με τη συνήθη τάση για αντιπερισπασμό να εξάγουν και πάλι προς Δυσμάς την τριπλή εσωτερική κρίση.
Αυτή που δημιουργεί η, για πρώτη φορά, εκλογική αμφισβήτηση του Ερντογάν, οδηγώντας σε αντιθεσμικές παρεμβάσεις όπως η επανάληψη των εκλογών στην Κωνσταντινούπολη.
Αυτή που εντείνει η οικονομική αστάθεια της καταρρέουσας λίρας, του υψηλού πληθωρισμού και της προοπτικής νέας προσφυγής στο ΔΝΤ.
Αυτή που επισφραγίζει η διπλωματική απομόνωση με το θέμα της Αμερικανικής αντίδρασης για τους S 400, της επανάκαψης του Κουρδικού ζητήματος και της γενικότερης θέσης της Τουρκίας στην σκακιέρα του αραβικού κόσμου.
Τι μας περιμένει λοιπόν από εδώ και πέρα; Ποια απειλή παίρνει σχήμα και μορφή με την εμφάνιση των τουρκικών τρυπανιών στα όρια της Κυπριακής ΑΟΖ; Θα εξαρτηθεί από τις γενικότερες εξελίξεις και στις τρεις παραπάνω βασικές παραμέτρους. αλλά κι από τις ελληνικές μετεκλογικές ισορροπίες.
Κομβικής σημασίας θα αποδειχτεί η ευρωπαϊκή πρόθεση να χαραχθεί μια οριστική κόκκινη γραμμή με την τουρκική προκλητικότητα καθώς και την ένταση της γεωπολιτικής απάντησης που θα θελήσουν να δώσουν οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ από τη στιγμή που τίθεται σε κίνδυνο η ηρεμία μιας στρατηγικής περιοχής στην οποία η Αμερικανική εξωτερική πολιτική επενδύει πολλά.
Μια περιοχή που, εκτός από την Ελλάδα και την Κύπρο, περιλαμβάνει και ιστορικούς συμμάχους της όπως το Ισραήλ και η Αίγυπτος. Όσο η Τουρκία αδυνατεί να εκπληρώσει τον γεωπολιτικό σκοπό της, παρασυρμένη από τις μεγαλοϊδεατικές υπερβολές του Ερντογάν, τόσο θα ενισχύεται η σημασία της τεταρτογενούς δυναμικής στην οποία εξαρχής είχε επενδύσει η κυβέρνηση Σαμαρά.