Πολλά πράγματα δεν είναι πια τα ίδια

Γράφει ο Θωμάς Κυριάκος

Πολλές φορές αναρωτήθηκα ποιος είναι ο λόγος που μια γιορτή τόσο «πένθιμη» μου δημιουργούσε πάντα ανάμικτα συναισθήματα και τόσο μεγάλη προσμονή για μια και μοναδική μέρα, την Κυριακή του Πάσχα.

Η Μεγάλη Εβδομάδα, μια βδομάδα κατάνυξης και δέους για το Θείο δράμα και την κορύφωση του το Μεγάλο Σάββατο με την Ανάσταση του Κυρίου, από τα μαθητικά μου χρόνια ακόμη, ήταν βδομάδα προσμονής για το τελετουργικό του Σαββατοκύριακου. Ήταν η αφορμή για να ενώσει το σόι της μητέρας μου σε ένα μεγάλο τραπέζι, με μια «τελετουργία» που επαναλαμβανόταν κάθε χρόνο για πάρα πολλά χρόνια.

Σημείο συνάθροισης το πατρικό της γιαγιάς μου στο Μεσοχώρι στον Τύρναβο. Ένα παλιό ισόγειο σπίτι με ψηλό μαντρότοιχο και μεγάλη αυλή. Πηγαίναμε την Μ. Τετάρτη για να συνεννοηθούν οι μεγάλοι για τα αρνιά που θα σουβλίσουμε, τα κλήματα που θα προμηθευτούμε και όλες τις υπόλοιπες λεπτομέρειες που θα χρειαζόντουσαν για την μία και μοναδική μέρα. Την Κυριακή του Πάσχα.

Θυμάμαι τους άντρες το Μ. Σάββατο να σουβλίζουν τα αρνιά, τις γυναίκες να τελειώνουν τα διαδικαστικά και τα ψώνια για την επόμενη μέρα και νωρίς το απογευματάκι να περιμένουν πότε θα αποφασίσει ο θείος Γιάννης με το τρακτέρ του να μας φέρει μια πλατφόρμα κλήματα, μια και ήταν ο μοναδικός αγρότης στο σόι, κι όσο περνούσε η ώρα κι έπεφτε ο ήλιος κι ο θείος Γιάννης δεν εμφανιζόταν, τόσο μεγάλωνε ο εκνευρισμός τους, γιατί δεν μπορούσαν να τελειώσουν οι δουλειές στην αυλή και να ετοιμαστούμε για την Ανάσταση.

Το πρωί της Κυριακής υπήρχε πρωινό εγερτήριο πριν τις 8:00, για να προλάβουμε να φύγουμε νωρίς  από τη Λάρισα  για να μην μεσημεριάσει μέχρι ν’ ανάψουμε τη φωτιά. Φτάνοντας στην είσοδο του Τυρνάβου υπήρχε πάντα ένα τεράστιο σύννεφο, από την κάπνα των ξύλων που κάλυπτε όλη την πόλη, σαν το σύννεφο αιθαλομίχλης της Αθήνας. Σε κάθε γειτονιά που περνούσαμε άκουγες όλων των ειδών τα τραγούδια!

Όταν φτάναμε στο σπίτι της θείας Κατίνας, η γιαγιά μου και η θεία ήταν επί ποδός και μας περίμεναν να ξεκινήσουμε. Η γιαγιά με τη μάνα μου να ψήνουν καφέδες, ο πατέρας μου με τον παππού και τους θείους να ανάβουν φωτιά και να τσακώνονται για το πόσα κλήματα θα πρέπει να βάλουν, για να μην μας μείνουν άψητα τα αρνιά!

Και μετά, στην ιεροτελεστία του ψησίματος, άρχιζαν οι διαφωνίες για την ένταση της φωτιάς, αν πρέπει να τα ανεβάσουν ή να τα κατεβάσουν πιο χαμηλά για να ψηθούν καλύτερα, σαν το μαξιλάρι του δημάρχου στην «Κυρά μας τη μαμή» ένα πράγμα. Κι εμείς, οι «μικροί», να προσπαθούμε να λουφάρουμε από το γύρισμα των αρνιών, για να βγούμε να παίξουμε στο Μεσοχώρι με τα παιδιά της γειτονιάς.

Στις περισσότερες φωτογραφίες, παρατηρώ τη γιαγιά μου με τις αδερφές της να χορεύουν συρτό ή καλαματιανό, από ένα φορητό ραδιομαγνητόφωνο, όλο καμάρι και υπερηφάνεια. Το ίδιο σκηνικό κάθε χρόνο!

Μετά ακολουθούσε το στρώσιμο του τραπεζιού στην αυλή, για φαγητό κάτω από τη μεγάλη μουριά και αργά το μεσημέρι περιμέναμε να βγει στη γύρα ο παγωτατζής με το μηχανάκι του να πάρουμε χωνάκι παγωτό! Πως το περιμέναμε, με πόση λαχτάρα!

Το απογευματάκι, μετά το φαγητό ήταν το καλύτερο μας, όταν αρχίζαμε τις επισκέψεις στα σπίτια συγγενών για χρόνια πολλά και Χριστός Ανέστη, όταν μας μπουκώνανε με κουλούρια και γλυκά. Το βραδάκι κουρασμένοι από όλη την ημέρα παίρναμε το δρόμο της επιστροφής για τη Λάρισα.

Αξέχαστες Πασχαλιές, γεμάτες ωραίες αναμνήσεις. Δυστυχώς όμως τα χρόνια περάσανε και μαζί μ΄ αυτά πολλά πράγματα δεν είναι πια τα ίδια. Ειδικά όταν έχεις περάσει τόσες πολλές Πασχαλιές με αγαπημένα πρόσωπα, παππού, γιαγιά, γονείς, θείες, θείους, ξαδέρφια και περνάς σήμερα και βλέπεις σπίτια έρημα, κλειστά, χωρίς ζωή ή να έχουν αλλάξει ιδιοκτήτη σε πιάνει μελαγχολία και θλίψη.

Νιώθω ότι πέρασαν τόσο γρήγορα τα χρόνια. Τελικά οι στιγμές που ζούμε είναι μοναδικές και δυστυχώς δεν υπάρχει 2η ευκαιρία.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.