Η θεσμική ύφεση της δημοκρατίας και η εθνική επανεκκίνηση με τον Αντώνη Σαμαρά
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Έχουμε κλείσει πια μισό αιώνα από την αποκατάσταση της δημοκρατίας το ’74 και το πολιτικό σύστημα βρίσκεται σε ένα απόλυτο, υπαρξιακό αδιέξοδο, έχοντας μετατραπεί από κλασικό κοινοβουλευτισμό σε μια ιδιότυπη «εκλόγιμη μοναρχία». Όποιος κάθεται στην καρέκλα του Πρωθυπουργού παίρνει στα χέρια του μια τρομακτική, ανεξέλεγκτη εξουσία, κάτι που ζήσαμε στο πετσί μας την τελευταία δεκαετία με τον πιο άγριο τρόπο.
Πρώτα ήταν ο Αλέξης Τσίπρας που εργαλειοποίησε τους θεσμούς, έβαλε χέρι στη Δικαιοσύνη και έστησε παιχνίδια με τις τηλεοπτικές άδειες για να ελέγξει την ενημέρωση, πολώνοντας την κοινωνία. Έπειτα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης απογείωσε αυτή την πρωθυπουργική παντοδυναμία με το πρόσχημα του «επιτελικού κράτους», οδηγώντας μας στο σκάνδαλο των υποκλοπών, στην πλήρη απαξίωση των Ανεξάρτητων Αρχών και σε πρωτοφανείς μηχανισμούς συγκάλυψης των ευθυνών.
Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό κλίμα, οι τρέχουσες προτάσεις για την Αναθεώρηση του Συντάγματος, αντί να θωρακίζουν τη δημοκρατία, πάνε να κάνουν τα πράγματα έτι περαιτέρω χειρότερα, αφού το μόνο που τους νοιάζει είναι πώς θα προστατεύσουν τα κυβερνητικά προνόμια και τις ίδιες σάπιες δομές εξουσίας.
Η διεθνής εμπειρία προειδοποιεί ξεκάθαρα για τους κινδύνους αυτής της τροπιάς, καθώς το αρνητικό παράδειγμα της Ουγγαρίας δείχνει πού καταλήγει μια χώρα όταν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί υποτάσσονται πλήρως στο κυβερνών κόμμα. Αντίθετα, σοβαρές δημοκρατίες όπως οι ΗΠΑ με την 22η Τροπολογία ή η Γαλλία με την αναθεώρηση του 2008 έβαλαν αυστηρά όρια θητειών στους ηγέτες τους, ξέροντας ότι η πολλή παραμονή στην καρέκλα γεννά αλαζονεία και παρακράτος, ενώ ακόμα και το σκανδιναβικό μοντέλο χωρίς όρια λειτουργεί μόνο επειδή η δικαιοσύνη είναι εντελώς ανεξάρτητη, πράγμα που στην Ελλάδα φαντάζει ανέκδοτο όσο ο Πρωθυπουργός διορίζει τους δικαστές του.
Αν κοιτάξει κανείς την ανθρωπογεωγραφία των πολιτών σήμερα, δηλαδή, την ιστορική αποχή στις κάλπες, την καθολική δυσπιστία απέναντι στη Δικαιοσύνη και την αίσθηση ότι οι θεσμοί λειτουργούν ως ασπίδα της εξουσίας παρά ως εγγυητές της δημοκρατίας, γίνεται σαφές ότι κοινωνικά και ψυχολογικά οι συνθήκες δεν έχουν απλώς ωριμάσει για μια αλλαγή, έχουν σαπίσει. Ο κύκλος του ’74 πρόσφερε πολλά, αλλά πλέον έχει εξαντλήσει τα καύσιμα του, αφήνοντας την κοινωνία σε μια κατάσταση βιώσιμης παρακμής όπου το αίτημα για μια βαθιά, δομική ανατροπή είναι διάχυτο.
Όλο αυτό το τέλμα δείχνει ότι χρειαζόμαστε επειγόντως μια Νέα Μεταπολίτευση, μια πραγματική επανεκκίνηση για την εθνική μας αξιοπρέπεια, η οποία όμως δεν μπορεί να γίνει με επιφανειακά μπαλώματα, αλλά απαιτεί ένα νέο Θεσμικό Σύνταγμα που θα σπάσει τον πρωθυπουργοκεντρισμό και θα εξασφαλίσει την πλήρη ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.
Παράλληλα, οι ιστορικές μεταβάσεις δεν γίνονται στον αυτόματο πιλότο και απαιτούν το κρίσιμο ζήτημα της ηγεσίας, δηλαδή πρόσωπα με πολιτικό και εθνικό εκτόπισμα που αντέχουν το βάρος σκληρών αποφάσεων, μια ανάγκη που σήμερα προσωποποιείται καθαρά στην πορεία και τη σταθερή στάση του Αντώνη Σαμαρά. Ο Σαμαράς δεν υπήρξε ποτέ πολιτικός της επικοινωνίας και του πολιτικού κόστους, αλλά ο ηγέτης που στα δύσκολα, το 2012-2014, όταν η χώρα καιγόταν και το Grexit ήταν προ των πυλών, πήρε σκληρές αποφάσεις, συγκρούστηκε και κράτησε την Ελλάδα όρθια στο ευρώ.
Η μετέπειτα πολιτική του συνέπεια και η κατηγορηματική άρνηση του να κάνει εκπτώσεις στα εθνικά μας θέματα, είτε στα ελληνοτουρκικά είτε στο Σκοπιανό, απέδειξαν ότι για εκείνον η πολιτική είναι ζήτημα απαρέγκλιτων αρχών και όχι εφήμερων σκοπιμοτήτων.
Προς αυτή την κατεύθυνση της εθνικής και θεσμικής αφύπνισης συμβάλλει αθόρυβα αλλά με τεράστιο ειδικό βάρος μια ευρύτερη συμμαχία κορυφαίων προσωπικοτήτων που βλέπουν πέρα από τα κόμματα και αναγνωρίζουν στο πρόσωπο του τον αναγκαίο πόλο σταθερότητας για να εκφραστεί αυτή η ώριμη κοινωνική ανάγκη.
Ο Κώστας Καραμανλής, με τις στοχευμένες δημόσιες παρεμβάσεις του και τις κοινές εμφανίσεις με τον Σαμαρά, στέλνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα υπεράσπισης των θεσμών απέναντι στην υποβάθμιση του Κοινοβουλίου και στις επικίνδυνες υποχωρήσεις της εξωτερικής πολιτικής. Παράλληλα, ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ως ο πιο έγκυρος συνταγματολόγος μας, βγαίνει μπροστά και προειδοποιεί για τη διάβρωση των δημοκρατικών αντιβάρων, με τις φωνές τους για τις υποκλοπές και τις Ανεξάρτητες Αρχές να ενώνονται απόλυτα με τις ανησυχίες του Αντώνη Σαμαρά, φτιάχνοντας ένα κοινό μέτωπο λογικής και πατριωτισμού.
Επειδή όμως αυτή η καθαρή φωνή και η θεσμική συμπόρευση ξεσκεπάζουν την αλαζονεία και τη γύμνια του υφιστάμενου συστήματος, βλέπουμε να στήνεται, και θα συνεχίσει να στήνεται με ακόμα μεγαλύτερη λύσσα, μια συστηματική δολοφονία του χαρακτήρα του Αντώνη Σαμαρά.
Όταν το Μαξίμου δεν έχει πολιτικά επιχειρήματα να απαντήσει για τα εθνικά θέματα και το παρακράτος, επιστρατεύει τη λάσπη, όπως ακριβώς συνέβη με τη σκευωρία της Novartis που κατέρρευσε με πάταγο, και όπως γίνεται τώρα με τις επιθέσεις από ελεγχόμενα ΜΜΕ που πασχίζουν να τον βγάλουν «γραφικό» ή «υπονομευτή». Αυτός ο πόλεμος λάσπης θα γίνει ακόμα πιο άγριος, γιατί το σύστημα νιώθει ότι ο κύκλος του κλείνει και τρέμει όποιον αρνείται να σιωπήσει και να συναινέσει στην παρακμή.
Όμως η αλήθεια είναι ότι η Νέα Μεταπολίτευση δεν είναι μια θεωρητική προσδοκία του μέλλοντος, καθώς με βάση την οργή του κόσμου, την τεράστια αποχή και την καθολική απαξίωση που βλέπουμε γύρω μας, βρισκόμαστε ήδη εδώ, και η βαθιά τομή για να ξαναβρεί ο Έλληνας πολίτης την εμπιστοσύνη του στους θεσμούς έχει ήδη ξεκινήσει.

