Η Εβδομάδα που δεν μας Είπαν XXI
Γράφει ο Ρένος Δούκας
Η κυβέρνηση επενδύει συστηματικά στην εικόνα. Παρουσιάζει μεμονωμένα γεγονότα ως συνολική επιτυχία και αξιώματα ως εθνικά επιτεύγματα. Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάληψη της Προεδρίας του Eurogroup από Έλληνα υπουργό προβάλλεται ως απόδειξη ισχύος. Είναι θεσμικό γεγονός. Δεν είναι όμως από μόνο του πολιτική δικαίωση. Άλλο η θέση, άλλο η χώρα που τη στηρίζει.
Η ισχύς μιας πατρίδας δεν μετριέται με καρέκλες. Μετριέται με κοινωνική συνοχή, με αντοχή της οικονομίας, με γεωπολιτική αξιοπιστία. Εκεί η εικόνα είναι σαφώς πιο εύθραυστη από το αφήγημα. Όταν η ακρίβεια πιέζει τα νοικοκυριά, όταν η στέγη γίνεται απρόσιτη, όταν οι νέοι καθυστερούν τη ζωή τους, καμία θεσμική διάκριση δεν αρκεί για να αλλάξει την πραγματικότητα.
Η αφήγηση ότι η Ελλάδα «άλλαξε πίστα» μετά το 2019 προϋποθέτει επιλεκτική μνήμη. Η επιστροφή στην ευρωπαϊκή κανονικότητα δεν ξεκίνησε τότε. Ξεκίνησε με δύσκολες αποφάσεις, πολιτικό κόστος και εθνική αντοχή, σε μια περίοδο που άλλοι φλέρταραν ανοιχτά με την έξοδο από την Ευρωζώνη. Η θεσμική αξιοπιστία δεν χαρίστηκε. Χτίστηκε. Και δεν ανήκει σε μία κυβέρνηση.
Η συνεχής αναφορά στο μέλλον λειτουργεί ως υπεκφυγή για το παρόν. Οι πολίτες δεν ζητούν νέες εξαγγελίες. Ζητούν απάντηση στο αν η ανάπτυξη που επικαλείται η κυβέρνηση βελτιώνει τη ζωή τους. Όταν το εισόδημα εξανεμίζεται στο σούπερ μάρκετ και στο ενοίκιο, οι δείκτες παύουν να πείθουν.
Η στήριξη των οικογενειών της Μάνδρας και του Ματιού είναι αυτονόητη. Δεν αποτελεί πολιτικό επίτευγμα. Όταν το κράτος καθυστερεί χρόνια να αποδώσει το στοιχειώδες, δεν δικαιούται πανηγυρισμούς. Η δικαιοσύνη δεν είναι παροχή. Είναι υποχρέωση.
Το ίδιο ισχύει για τη ρύθμιση της προσωπικής διαφοράς των συνταξιούχων. Δεν πρόκειται για μεταρρύθμιση. Πρόκειται για άρση μιας αδικίας που διατηρήθηκε επί χρόνια. Οι συνταξιούχοι δεν κερδίζουν κάτι νέο. Σταματούν απλώς να χάνουν.
Η πολιτική των επιδομάτων δείχνει το όριο της κυβερνητικής στρατηγικής. Όταν η ακρίβεια ακυρώνει κάθε ονομαστική αύξηση, τα επιδόματα λειτουργούν ως παραδοχή αδυναμίας. Δεν αντικαθιστούν την παραγωγή, ούτε τη σταθερή αύξηση των εισοδημάτων.
Η στάση απέναντι στους αγρότες αποκαλύπτει το ίδιο πρόβλημα. Τα μπλόκα δεν είναι ιδεολογική επιλογή. Είναι αντίδραση σε ένα παραγωγικό μοντέλο που πιέζεται. Όταν η κυβέρνηση αντιμετωπίζει το σύμπτωμα και όχι την αιτία, η κρίση βαθαίνει.
Η ανάγκη εξυγίανσης του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι δεδομένη. Ο τρόπος όμως μετρά. Μεταρρύθμιση χωρίς εμπιστοσύνη μετατρέπεται σε καχυποψία. Ο εκσυγχρονισμός δεν μπορεί να στηρίζεται σε συλλογική ενοχοποίηση.
Στο στεγαστικό, οι παρεμβάσεις δεν αλλάζουν το αποτέλεσμα. Η κατοικία απομακρύνεται από τους νέους. Όταν αυτό επιμένει, το πρόβλημα είναι δομικό. Δεν λύνεται με αποσπασματικά μέτρα.
Τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία δεν είναι πεδίο προβολής. Είναι στοιχειώδης υποχρέωση. Δεν χρειάζονται υψηλοί τόνοι για όσα έπρεπε να ισχύουν εδώ και χρόνια.
Στην Υγεία, η πρόληψη δεν υποκαθιστά το σύστημα. Χωρίς γιατρούς, χωρίς νοσηλευτές, χωρίς ανθεκτικές δομές, καμία εφαρμογή δεν σώζει την καθημερινότητα. Το κράτος κρίνεται όταν πρέπει να είναι παρόν, όχι όταν επικοινωνεί.
Το ίδιο ισχύει για τον επαναπατρισμό των νέων. Δεν επιστρέφουν για τα συνθήματα. Επιστρέφουν για μισθούς, σταθερότητα και προοπτική. Όσο αυτά λείπουν, οι εκδηλώσεις μένουν κενές.
Στις μεταφορές και στην Παιδεία, οι πιλοτικές δράσεις δεν υποκαθιστούν τη συνολική στρατηγική. Η ποιότητα δεν χτίζεται με νησίδες αριστείας μέσα σε ένα άνισο σύνολο.
Η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας κλείνει εκκρεμότητες. Δεν συνιστά από μόνη της εθνικό σχέδιο. Η χώρα χρειάζεται βάθος, συνέχεια και κατεύθυνση.
Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από εβδομαδιαίες ανασκοπήσεις επιτυχιών. Έχει ανάγκη από πολιτική αυτογνωσία, θεσμική σοβαρότητα και κοινωνική συνοχή. Μόνο έτσι η ισχύς αποκτά περιεχόμενο. Όχι ως αφήγημα. Ως πράξη.

