Η ελληνική “αμνησία” θεριεύει τα τουρκικά σχέδια για την Κύπρο

Γράφει η Κρινιώ Καλογερίδου

Όλο και πληθαίνουν τα δημοσιεύματα πικρής κριτικής για τον Έλληνα πρωθυπουργό από την Κύπρο, τα οποία εκδηλώνουν ουσιαστικά την απόλυτη απόγνωση των Κυπρίων αδελφών μας για το τέλμα στο οποίο βρίσκεται το Κυπριακό με την Ελλάδα επιεικώς αποστασιοποιημένη.

Δημοσιεύματα έμπλεα από αγωνία για το παρόν και το μέλλον της Κύπρου. Δημοσιεύματα που μέμφονται τον Κυριάκο Μητσοτάκη, γιατί άφησε τον Κυπριακό Ελληνισμό στην τύχη του με την επιλογή του να κάνει πιο εύκολη στον Ερντογάν την ελληνοτουρκική προσέγγιση βγάζοντας απ’ την ατζέντα των συζητήσεων Ελλάδας-Τουρκίας το ”βαρίδι” της Κύπρου.

Γιατί αυτό συμβαίνει στην πραγματικότητα, άσχετα με το τι λέει ο Έλληνας πρωθυπουργός ή ο ”πειθήνιος” υπουργός Εξωτερικών του, ο οποίος βαδίζει στον ελληνοτουρκικό διάλογο (κατά την πολιτική του κατευνασμού που έχουν χαράξει ΗΠΑ και Γερμανία και εφαρμόζεται με… επιτυχία απ’ το 1996 στη χώρα μας) με στόχο την ελληνοτουρκική προσέγγιση άνευ όρων…

Ξεχνούν, προφανώς, αμφότεροι (Μητσοτάκης-Γεραπετρίτης) ότι η Ελλάδα – πέρα από ”μητέρα πατρίδα” – είναι εγγυήτρια δύναμη της Κύπρου και, ως εκ τούτου, οι υποχρεώσεις της για επίλυση του Κυπριακού δεν είναι μόνο εθνικές και ηθικές (λόγω των πολιτικών ευθυνών των ελληνικών ηγεσιών της, που οδήγησαν στην κυπριακή τραγωδία), αλλά και νομικές.

Ξεχνούν ότι το Κυπριακό συνιστά κορυφαίο θέμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής αδιάλειπτα από το 1955. Συνεπώς δεν μπορεί να το αφήνουμε έξω απ’ τις ελληνοτουρκικές συνομιλίες, γιατί είναι σαν να υποτιμάμε την Κυπριακή Δημοκρατίας δικαιώνοντας τη στάση της Τουρκίας η οποία δεν την έχει αναγνωρίσει ακόμα.

Δικαιώνοντας και το ΝΑΤΟ που μετέτρεψε την Κύπρο τον Ιούλιο του ’23 (χωρίς να συναντήσει σοβαρές αντιστάσεις από ελληνικής και κυπριακής πλευράς) από χώρα της Ανατολικής Μεσογείου σε… γεωγραφικές συντεταγμένες.

Με την ποντιπιλατική στάση που κρατάει η Ελλάδα, ουσιαστικά, είναι σαν να βγάζει την ουρά της απέξω τη στιγμή που τη χρειάζεται περισσότερο από ποτέ η Κύπρος. Σαν να μπήγει βαθύτερα το καρφί στην αιμορραγούσα επί μισό αιώνα ανοιχτή πληγή της την οποία εμείς προκαλέσαμε το ’74…

Και αυτό επιβεβαιώνει, αν μη τι άλλο, τη ρήση του Γερμανού φιλοσόφου Χέγκελ (18ος-19ος αι.) που λέει ότι ”οι λαοί κι οι κυβερνήτες ποτέ δεν έμαθαν τίποτα από την ιστορία”. Ρήση την οποία διατηρούμε εν ισχύ όσο στρουθοκαμηλίζουμε κυβερνητικά, αυταπατώμενοι ότι θα ματαιώσουμε τις ηγεμονικές βλέψεις της Τουρκίας.

Δεν έχουμε καταλάβει προφανώς ακόμα ότι η ελληνική ”αμνησία” στο Κυπριακό θεριεύει τα τουρκικά σχέδια για την Μεγαλόνησο. Σχέδια που για να τα ματαιώσουμε, απαιτείται να επιδείξουμε σθένος, αποφασιστικότητα, επιχειρησιακή ετοιμότητα και ομοψυχία μεταξύ Ελλαδιτών και Ελληνοκυπρίων, με στόχο τη διασφάλιση της εθνικής ασφάλειας και την υπεράσπιση των εθνικών δικαίων Ελλάδας και Κύπρου.

Γιατί, αν δεν τα διασφαλίσουμε αυτά και αφήσουμε να διαιωνίζεται η παρουσία του τουρκικού στρατού κατοχής στην Κύπρο – πέραν του ότι θα καταστήσουμε μάταιη κάθε ευοίωνη προοπτική για τη δημόσια πολιτική και οικονομική ζωή σε αμφότερες τις χώρες – θα αποθρασύνουμε εντελώς τον Ταγίπ Ερντογάν.

Θα τον αποθρασύνουμε στρώνοντας χαλί στις ονειρώξεις του για ”συνεκμετάλλευση” του Αιγαίου και κατάκτηση του ελεύθερου τμήματος της Κύπρου (διακαής και διαχρονικός πόθος της Τουρκίας και λόγος που δεν έχει αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία ως τώρα)…

Τα σημάδια των προθέσεών της, άλλωστε, τα εκδήλωσε και τα εκδηλώνει κλιμακωτά κατά την τελευταία πενταετία (για να μην πω δεκαπενταετία) όχι μόνο με τα εθνικιστικά παραληρήματα του Προέδρου της Ταγίπ Ερντογάν, αλλά και με επιχειρησιακές κινήσεις της στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) της Μεγαλονήσου και το υπό κατοχή τμήμα της.

Απόδειξη οι τουρκικές προκλήσεις στη Δερύνεια και τα Στροβίλια το 2019, την Πύλα και τον Άγιο Δομέτιο το 2023, ο εποικισμός διαρκείας σε Βαρώσια/Αμμόχωστο και τα επεισόδια στην Πράσινη Γραμμή που εκδηλώνονται περιοδικά με σάλπισμα εγερτήριο τη δήλωση Μπαχτσελί τον Αύγουστο του ’23: ”Η Κύπρος είναι τουρκική”…

Όλα αυτά βέβαια εντάσσονται στην προσπάθεια της Άγκυρας να εντείνει τις πιέσεις της – προ ενδεχόμενης σύγκλισης του Συμβουλίου Ασφαλείας για λύση του Κυπριακού – ώστε να περάσει την πρόταση διχοτόμησης της Κύπρου, αν και η ελληνική και κυπριακή πρόταση για Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία (ΔΔΟ) με πολιτική ισότητα (εισηγητική πρόταση του Γ.Γ του ΟΗΕ για το Κυπριακό), πάλι σ’ αυτήν θα καταλήξει με απαρχή την κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας…

Δεδομένων αυτών, τα ερωτήματα που προκύπτουν και για την τελευταία είναι πολλά και αφορούν τη διαχρονική νωχέλεια που επιδεικνύει στο θέμα της διπλωματικής κινητοποίησης και της εξοπλιστικής ετοιμότητάς της.

Αν πάρουμε και εξετάσουμε – στην τελευταία ειδικά περίπτωση, με χρονικό πλαίσιο δεκαπενταετίας – τη δράση των Προέδρων της Κύπρου σε θέματα Άμυνας του νησιού υπό τον φόβο διενέργειας εχθρικών ή κακόβουλων ενεργειών από την Τουρκία, θα οδηγηθούμε σε απογοητευτικές διαπιστώσεις.

Θα αναρωτηθούμε για τα λάθη και τα ανούσια πεπραγμένα της Κύπρου επί των ημερών των τελευταίων Προέδρων της, βασικά (βλ. Χριστόφια [2008-2013] και Αναστασιάδη [2013-2023]), γιατί η θητεία Χριστοδουλίδη είναι στην αρχή της ακόμα για να κριθεί, αν και ο ίδιος δείχνει να ρέπει σε πολιτικές πρακτικές του προκατόχου του.

Το λέω αυτό γιατί ο Κύπριος Πρόεδρος – πέραν των αρχικών πρωτοβουλιών του για αφύπνιση και συμμετοχή της Ευρώπης στο ακανθώδες Κυπριακό πρόβλημα, που είναι και ευρωπαϊκό – έδωσε στη συνέχεια δείγματα μάλλον παθητικότητας, τυπικότητας. Δείγματα που συνάδουν με Πρόεδρο-διεκπεραιωτή ο οποίος έχει υιοθετήσει ασκαρδαμυκτί τα ανούσια επικοινωνιακά τερτίπια και ”στρογγυλέματα” της πολιτικής του Νίκου Αναστασιάδη.

Της πολιτικής που βάλτωσε περαιτέρω το Κυπριακό, για να μην πω ότι το οδήγησε στα χειρότερά του λόγω αναξιοπιστίας της Κυπριακής Δημοκρατίας μόλις βγήκαν στο φως της δημοσιότητας σκάνδαλα διαφθοράς τα οποία είχαν να κάνουν με ξέπλυμα χρήματος και διαπλοκή με Ρώσους ολιγάρχες στο ανώτατο σύστημα πολιτικής εξουσίας…

Έτσι, στη δεκαετία της Προεδρίας Αναστασιάδη, η Τουρκία πέτυχε να σβήσει τη στάμπα του εισβολέα Αττίλα το ’74 και, αφού την αντικατέστησε με τον τίτλο του… διαμεσολαβητή στο Ουκρανικό, διεκδικεί παρόμοιο ρόλο και στη Γάζα κάνοντας γεωπολιτικά άλματα ως ανερχόμενη Περιφερειακή δύναμη με φιλοδοξία να γίνει υπερδύναμη, αφού σχεδιάζει πυρηνικά, καρασκευάζει εξοπλιστικά και επεκτείνεται μεγαλοϊδεατικά σε τρεις ηπείρους, με τον χρόνο να κυλάει υπέρ της στο Κυπριακό, τη στιγμή που η Κύπρος είναι απ’ το εθνικό σημειωτόν ως το σημείο εκκίνησης της εξοπλιστικής αναβάθμισής της.

Κι αυτό είναι, τουλάχιστον, απαράδεκτο, για να μην πω αυτοκτονικό. Είναι απαράδεκτο να φτάσει μέχρι το ’23 η Κύπρος (ούσα σε έξοπλιστική κατάσταση ”νιρβάνα” ως τότε), για να σκεφτεί την αντικατάσταση και ολοκλήρωση των παμπάλαιων οπλικών συστημάτων της Εθνικής Φρουράς της με όριο πενταετίας…

Και μόνο το γεγονός ότι η απουσία αποτρεπτικής ικανότητας από θαλάσσης το ’74 – απουσία που έκανε περαιτέρω τρωτή την κυπριακή Άμυνα προς διευκόλυνση της απόβασης των τουρκικών ναυτικών δυνάμεων στο βόρειο έδαφός της – θα έπρεπε να κάνει τις εκάστοτε ηγεσίες της ελεύθερης Κύπρου να έχουν σαν πρώτο τους μέλημα την εξοπλιστική της επάρκεια από ξηράς, θαλάσσης και αέρος και όχι να αρκούνται στα πεπαλαιωμένα (35ετίας και βάλε) που τους δίνει περιοδικά η Ελλάδα ή τα προμηθεύονται από αλλού.

Έπρεπε ήδη η κυπριακή Προεδρία να έχει εξασφαλίσει πλήρη αυτονομία πλωτών μέσων, για παράδειγμα – αντί να περιορίζεται σε μερική, για την οποία είχε εκδηλώσει τα παράπονά της προ δεκαπενταετίας η Εθνική Φρουρά ζητώντας την αγορά Ταχέων Περιπολικών Σκαφών, για να μπορεί να προχωρά άφοβα σε ελέγχους στα θαλάσσια οικόπεδα της κυπριακής ΑΟΖ προλαμβάνοντας τυχόν εχθρικές ενέργειες σε βάρος των ζωτικών συμφερόντων της Κύπρου.

Και για να μην μείνουμε μόνο στα της θαλάσσης, η σημερινή Κύπρος είχε μισό αιώνα καιρό μπροστά της για να ενισχύσει αποτελεσματικά τον στρατό ξηράς και την αεροπορία της προ του τουρκικού κινδύνου (σ.σ: 30.000 αριθμεί, πλέον, ο στρατός κατοχής).

Σήμερα ειδικά, η ένοπλη πτέρυγα της Εθνικής Φρουράς Κύπρου (ΕΦΚ) – που υπάγεται απ’ απευθείας στον Αρχηγό ΓΕΕΦ (Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς – έχει στους ώμους της τη βαριά ευθύνη προάσπισης του εναέριου χώρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεδομένου ότι ο λύκος-Τουρκία δεν έπαψε στιγμή να ονειρεύεται την προσάρτηση στην κυριαρχία της όλης της Κύπρου.

Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, έχει κατασκευάσει η Άγκυρα ή ”τρέχει” να ολοκληρώσει την κατασκευή ναυτικών και αεροπορικών βάσεων στα Κατεχόμενα (ναυτική βάση στο Μπογάζι, το Ριζοκάρπασο, αεροπορική βάση UAV στο Λευκόνοικο και παλαιότερη βάση της Τύμπου ανατολικά της βόρειας Λευκωσίας, κοντά στο ομώνυμο χωριό (σ.σ: ”δώρο” των Βρετανών στους Τούρκους το παράνομο αεροδρόμιο Ερτζάν), ενώ ξεφορτώνει σε τακτά διαστήματα βαριά οπλικά συστήματα στο λιμάνι της Αμμοχώστου…

Με δεδομένα αυτά και άλλα πολλά, αναρωτιέται κανείς αν οι έχοντες και κατέχοντες εξουσία στην Κύπρο (ο ΠτΚΔ Νίκος Χριστοδουλίδης, η Πρόεδρος της Κυπριακής Βουλής Αννίτα Δημητρίου, τα πολιτικά κόμματα και τα κυπριακά ΜΜΕ) έχουν συνειδητοποιήσει ότι ένα κομμάτι ιστορικό και πολύτιμο (βγαλμένο απ’ τα σπλάχνα της τελευταίας κοιτίδας του Ελληνισμού στην Ανατολική Μεσόγειο) τουρκεύει, εκφυλίζεται, εξαγοράζεται, διαπομπεύεται πολιτιστικά, ηθικά, ιστορικά εδώ και μισό αιώνα.

Το λέω αυτό χτυπώντας καμπάνες αφύπνισης στο δημοσιογραφικό και πολιτικό κατεστημένο της Κύπρου, αλλά και τον καθεύδοντα υπό μανδραγόρα κυπριακό λαό ο οποίος γίνεται καθημερινά μάρτυρας του παραλογισμού στον οποίο συμμετέχει.

Γίνεται χειροκροτητής των εκλεγμένων πολιτικών εκπροσώπων του, κάποιοι από τους οποίους δείχνουν να νοιάζονται περισσότερο για το Αφγανιστάν και τη Γάζα (χωρίς αυτό να σημαίνει προτροπή εκ μέρους μου προς αποφυγή της ανταπόκρισης σε συνδρομή διεθνούς ανθρωπιστικής βοήθειας), παρά για την διαιωνιζόμενη τραγωδία της χωρισμένης στα δύο Μεγαλονήσου.

Μια τραγωδία που τείνει να ξεχαστεί διεθνώς, γιατί οι ηγέτες της – αντί να επικαιροποιούν σε μόνιμη βάση διεθνώς το δράμα της κατεχόμενης Κύπρου και της εθνοκάθαρσης που συντελέστηκε εκεί το ’74 από την εισβολέα τουρκικό στρατό – περί άλλων τυρβάζουν (με συνευθύνη και των Ελλήνων ομολόγων τους).

Κατά τη Θουκυδίδεια φράση ”των οικιών ημών εμπιπραμένων ημείς (Ελλαδίτες και Ελληνοκύπριοι) άδομεν”. Και αυτό την ώρα που κλιμακώνεται ο εποικισμός των κυπριακών εδαφών στα Κατεχόμενα από Τούρκους και ξένους, κάτι που θα μετατρέψει δυστυχώς – σε συντομότερο χρόνο του αναμενομένου, όπως εκτιμώ – τους Ελληνοκύπριους σε μειονότητα στην ίδια τους την πατρίδα…

Με άλλα λόγια ο κυπριακός λαός γίνεται χειροκροτητής αυτών που – αφού αναδείχθηκαν σε υψηλές πολιτικές θέσεις με βάση lifestyle κριτήρια – λειτουργούν τώρα ως… ακτιβιστές ή στελέχη Διεθνών Οργανισμών για καταπολέμηση της φτώχειας και της τρομοκρατίας στον κόσμο με την ψευδαίσθηση ότι η ανθρωπιστική πολιτική προς τρίτους θα δώσει… γεωπολιτική υπόσταση στην μεταβληθείσα από χώρα σε στίγμα γεωγραφικών συντεταγμένων στους ΝΑΤΟϊκούς χάρτες Κύπρο.

Γίνεται χειροκροτητής, τέλος, και των βολεμένων στην Ελλάδα και το εξωτερικό Κυπρίων, οι οποίοι αποφεύγουν τη δριμεία κριτική και ρίχνουν το δημοσιογραφικό, πολιτικό και επιχειρηματικό βάρος τους στην επαγγελματική τους ευδοκίμηση, με αποτέλεσμα να διαιωνίζεται η κυπριακή απραξία και η ελληνική ”αμνησία” αφήνοντας ανεπούλωτες τις πληγές της Κύπρου εδώ και πενήντα χρόνια.

Ελληνική ”Αμνησία” που έγινε δυσάρεστα αντιληπτή από τον Σεπτέμβριο του ’23, όταν είδαμε τη χλιαρή αντίδραση από ελληνικής πλευράς στη θρασεία υποστήριξη από τον Ταγίπ Ερντογάν (από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ με αποδέκτη τη διεθνή κοινότητα ) της ”λύσης” των δύο κρατών στην Κύπρο…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.