Από τις υποκλοπές στο Φόρουμ της Αλήθειας και η σιωπή των ιδεολόγων

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Η επικοινωνιακή στρατηγική της κυβέρνησης μοιάζει πλέον με έναν απεγνωσμένο αγώνα δρόμου, όπου ο δρομέας επιχειρεί να πείσει το κοινό ότι η πτώση του είναι στην πραγματικότητα μια καλλιτεχνική βουτιά προς την επιτυχία. Η αποτυχία αυτής της επικοινωνίας δεν είναι τεχνική, αλλά δομική, αφού πηγάζει από την αδύνατη εξίσωση του να παρουσιάσεις ως «άριστη» μια πολιτική που βυθίζεται στην ανακρίβεια και τη διαφθορά.

Όταν η εξουσία αντιμετωπίζει την αλήθεια ως ένα στατικό αντικείμενο, μια ιδιοκτησία που μπορεί να «αποθηκευτεί» στα συρτάρια του Μαξίμου και να διανεμηθεί κατά το δοκούν, ξεχνά ότι η αλήθεια στην πραγματικότητα κοινωνείται, δεν κατέχεται. Είναι μια ζωντανή σχέση και μετοχή που βιώνεται μέσα από τη συνάντηση με τον «Άλλο», τον πολίτη, και όχι ένα προϊόν προπαγάνδας που επιβάλλεται από καθέδρας.

Αυτή η οντολογική παρεξήγηση της αλήθειας οδηγεί αναπόφευκτα σε μια πλήρη απουσία ιδεολογικής ταυτότητας, όπου η πολιτική πυξίδα δείχνει πάντα «όπου φυσάει ο άνεμος». Η Ελλάδα δεν μπορεί να πορεύεται μόνο με τη λογική μιας στεγνής διαχείρισης της καθημερινότητας, ειδικά όταν αυτή η διαχείριση στερείται οράματος και σοβαρότητας.

Το πιο εντυπωσιακό, ωστόσο, σε αυτό το σκηνικό είναι η στάση των κατά τα άλλα «φιλελεύθερων» κυβερνητικών κονδυλοφόρων. Για να καταλάβετε πόσο χαμηλά έχουν πέσει, το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι ότι άνθρωποι που κάποτε έκαναν σημαία τους την ελεύθερη αγορά, σήμερα καλούνται να υποστηρίξουν επικοινωνιακά σοβιετικού τύπου πλαφόν – έτσι τα αποκαλούσαν προ Μητσοτάκη – στα καύσιμα και τα αγαθά. Η αντίφαση αγγίζει τα όρια της παράνοιας, όταν οι ίδιοι που προειδοποιούσαν για τις παρενέργειες τέτοιων πολιτικών στην παραγωγική βάση, τώρα μετατρέπονται σε δρυμούς υπερασπιστές τους, αποδεικνύοντας ότι ο «φιλελευθερισμός» τους ήταν απλώς ένα brand, ένα προπέτασμα καπνού για την εξυπηρέτηση της εξουσίας.

Μέσα σε αυτό το άκρως προπαγανδιστικό τοπίο, όπου ο άλλοτε ιδεολόγος «πουλάει ακόμα και τη μάνα του» για να κρατηθεί στο άρμα της κυβέρνησης, έρχεται η πρωτοβουλία για το Athens Alitheia Forum. Η προσπάθεια του κυβερνητικού εκπροσώπου να παρουσιάσει την καταπολέμηση των fake news ως «συλλογική ευθύνη» αποτελεί την απόλυτη καθεστωτική μεθόδευση. Επειδή η κυβέρνηση αδυνατεί να περάσει το δικό της αφήγημα οργανικά στην κοινωνία, αποφασίζει να ορίσει θεσμικά ποια είναι η αλήθεια που επιτρέπεται να κυκλοφορεί. Είναι η απόλυτη παραδοχή ανικανότητας που λέει ότι αφού ο κόσμος μας δυσπιστεί, θα του επιβάλουμε εμείς από πού θα ενημερώνεται. Η δυσπιστία των πολιτών όμως δεν είναι πρόβλημα της πληροφορίας, αλλά πρόβλημα της ίδιας της κυβέρνησης που έχει απολέσει κάθε ηθικό έρεισμα.

Αυτή η στάση εξηγείται πλήρως από την έννοια της μνησικακίας, όπως την περιέγραψε ο Μαξ Σέλερ. Πρόκειται για μια «αυτοτοξίνωση», την έκκριση μιας παρατεταμένης ανικανότητας που, ανάλογα με το σθένος της ψυχής, μετατρέπεται σε αριβισμό ή πικρία. Η κυβέρνηση, εγκλωβισμένη στη δική της μνησικακία, θέλει να δείχνει κάτι διαφορετικό από αυτό που πραγματικά είναι, στρέφοντας τελικά αυτή την τοξικότητα εναντίον του ίδιου του εαυτού της. Η τακτική της θυμίζει το εφιαλτικό σύνθημα από το Φαρενάιτ 451 του Ρέι Μπράντμπερι: «Τη Δευτέρα καίμε Μίλλεϋ, την Τετάρτη Ουίτμαν… τους καίμε ώσπου να γίνουν στάχτη· μετά καίμε τη στάχτη». Καίνε την πραγματικότητα μέχρι να μην μείνει τίποτα, ελπίζοντας ότι μέσα από τις στάχτες θα αναδυθεί η δική τους «αλήθεια».

Ωστόσο, όσο κι αν προσπαθούν να καταστήσουν τον πολίτη «αόρατο» και χωρίς ουσία, η φωνή της πραγματικότητας παραμένει παρούσα. Όπως έγραψε ο Ράλφ Έλισον στον Αόρατο Άνθρωπο, η φωνή αυτή, ακόμα και χωρίς σώμα, συνεχίζει να μιλάει για το τι συνέβαινε πραγματικά την ώρα που τα μάτια της εξουσίας κοιτούσαν μέσα από αυτήν, χωρίς να τη βλέπουν. Το τρομακτικό για την κυβέρνηση είναι ότι αυτή η φωνή, σε μια άλλη ηχητική συχνότητα, ίσως εκπροσωπεί ήδη τη συντριπτική πλειοψηφία που αρνείται να δεχτεί την καθεστωτική «διευθέτηση» της αλήθειας. Η επικοινωνία μπορεί να κρύψει το πρόβλημα για λίγο, αλλά δεν μπορεί να σβήσει την ανάγκη του ανθρώπου για μια αλήθεια που κοινωνείται ελεύθερα, μακριά από κρατικούς λογοκριτές και ιδεολογικούς τυχοδιώκτες.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.