Όταν το κράτος παρακολουθεί τους πάντες αλλά αδυνατεί να προστατεύσει τους πολίτες του
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Η είδηση για τον θάνατο της Βάγιας Νέστορα σε πιάνει από τον λαιμό. Μιλάμε για μια γυναίκα που άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο, γεμάτη εγκαύματα, επειδή κάποιοι αποφάσισαν να βάλουν γκαζάκια στην πολυκατοικία που έμενε η κόρη της, η Αφροδίτη, επειδή τυγχάνει να είναι πολιτεύτρια με τη Νέα Δημοκρατία στη Θεσσαλονίκη. Και λένε τώρα ότι όλο αυτό έγινε για αντίποινα, επειδή η αστυνομία άδειασε μια κατάληψη στο ΑΠΘ. Όταν το ακούς αυτό, δεν μπορείς να μην αναρωτηθείς πού φτάσαμε. Αυτό το τραγικό σκηνικό μας πετάει κατάμουτρα μια πικρή αλήθεια, ότι το αντάρτικο πόλεων στην Ελλάδα δεν πέθανε ποτέ, απλώς άλλαξε πρόσωπο και έγινε κάτι πολύ πιο σκοτεινό.
Αν το πιάσεις από την αρχή, στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, το πράγμα είχε ένα ιδεολογικό περιτύλιγμα. Τότε, οι οργανώσεις που εμφανίστηκαν μιλούσαν για μαρξισμό, για αντιιμπεριαλισμό, για αγώνα κατά του συστήματος. Ήταν βέβαια ουτοπίες, και μάλιστα επικίνδυνες. Όπως έγραφε και ο Γιώργος Θεοτοκάς στους Ασθενείς και Οδοιπόρους, όλες αυτές οι επαναστατικές θεωρίες είναι τρελές ιδέες που το μόνο που καταφέρνουν είναι να ρίχνουν τον κόσμο στη σύγχυση και στην αναρχία. Και η ιστορία τον δικαίωσε, γιατί εκείνες οι ιδεολογικές ρομαντικές ανοησίες του παρελθόντος ξεφτίσανε τελείως και δώσανε τη θέση τους σε κάτι πολύ χειρότερο.
Σήμερα, δεν υπάρχει καμία ιδεολογία. Το σημερινό αντάρτικο πόλεων έχει γίνει μια αστική ζούγκλα. Μιλάμε για μια απόλυτη αναρχία όπου οι διάφοροι πυρήνες έχουν γίνει ένα πράγμα με το οργανωμένο έγκλημα και τις ποινικές συμμορίες του υποκόσμου. Έτσι καταφέρνουν και συντηρούνται τόσα χρόνια, καθώς βρίσκουν λεφτά, βρίσκουν όπλα, βρίσκουν άτομα μέσα από αυτό το υπόγειο ανακάτεμα. Ο Τομ Ρόμπινς το είχε θέσει πολύ ωραία στο Βίλα Ινκόγκνιτο, λέγοντας ότι όλοι αυτοί που πουλάνε μαρξισμό και λαϊκούς αγώνες έχουν την ίδια ειλικρίνεια που έχουν τα σούπερ μάρκετ όταν λένε ότι οι ντομάτες τους είναι φρέσκες από το χωράφι. Είναι σκέτο εμπόριο, σκέτος κυνισμός, και το αποτέλεσμα το είδαμε στη Θεσσαλονίκη, μια βία που δεν υπολογίζει ούτε τη ζωή μιας μάνας.
Και το εξοργιστικό της υπόθεσης ποιο είναι. Ότι όλο αυτό το χάος συμβαίνει ενώ το κράτος μας κοροϊδεύει μέσα στα μάτια μας. Από τη μία, μαθαίνουμε για υποκλοπές και παρακολουθήσεις, με την κυβέρνηση να ακούει ακόμα και τους δικούς της υπουργούς με την πρόφαση της ασφάλειας. Και από την άλλη, την ίδια στιγμή, το ίδιο κράτος δηλώνει αδυναμία να εντοπίσει και να μαζέψει αυτούς τους πέντε-δέκα γνωστούς πυρήνες που καίνε και σκοτώνουν στις γειτονιές μας. Ε, λογικό δεν είναι μετά ο κόσμος να χάνει κάθε εμπιστοσύνη; Αισθάνεσαι τελείως απροστάτευτος όταν βλέπεις ότι το κράτος εξαντλεί την αυστηρότητα του εκεί που το συμφέρει, αλλά αδιαφορεί για την πραγματική ασφάλεια του πολίτη.
Αλλά πώς να βρεις άκρη, όταν η σαπίλα ξεκινάει από την ίδια την κορυφή. Δες τι γίνεται γύρω μας. Μέσα στη Βουλή βλέπεις έναν λόγο γεμάτο τοξικότητα και ξεπεσμό. Έξω στην κοινωνία, βλέπεις επώνυμους παράγοντες, όπως στο πρόσφατο σκηνικό με τον Δημητριάδη και τον Μαρινάκη που παίζανε ξύλο στις κερκίδες σε τελικό μπάσκετ, να λύνουν τις διαφορές τους σαν τραμπούκοι. Τι μήνυμα παίρνει ο απλός κόσμος από αυτό; Ότι δεν υπάρχει κανένας κανόνας. Παράλληλα, βλέπουμε να αποδυναμώνονται συστηματικά αξίες που κρατούσαν αυτή τη χώρα όρθια, όπως η οικογένεια, η πατρίδα, η εκκλησία. Όλα ισοπεδώνονται στο όνομα ενός δικαιωματισμού που δεν υπολογίζει καμία κοινή λογική.
Ο κοινωνιολόγος Νόρμπερτ Ελάιας είχε εξηγήσει ότι για να ζήσουν οι άνθρωποι μαζί στις πόλεις χωρίς να σφάζονται, χρειάζονται κανόνες, νόρμες και το αίσθημα της ντροπής. Αν τα βγάλεις αυτά από τη μέση, γυρνάμε στην κτηνωδία. Οι παλιότεροι προειδοποιούσαν ότι αν χάσεις τις αξίες και την πίστη σου, το κενό θα το γεμίσει το χάος. Ο Τ. Σ. Έλιοτ το είχε γράψει ξεκάθαρα, πως αν δεν θέλεις να έχεις Θεό, τότε θα αναγκαστείς να προσκυνήσεις τον Χίτλερ ή τον Στάλιν. Δεν υπάρχει μέση οδός. Ή θα έχεις μια οργανωμένη κοινωνία με αξίες, ή θα πέσεις στην αναρχία και στον φασισμό.
Και το κακό είναι ότι έχουμε αρχίσει να συνηθίζουμε αυτή την κατάσταση. Έχει γίνει πλέον αποδεκτό να απειλούνται πολιτικοί, να λοιδορούνται δημοσιογράφοι, να ζούμε σε μια μόνιμη ανομία. Ο Gustave Le Bon στο Ψυχολογία των Μαζών έλεγε ότι αν η εξουσία θυμάται να λειτουργήσει μόνο μια στο τόσο, ο κόσμος τρελαίνεται και περνάει από την αναρχία στη δουλοπρέπεια και τούμπαλιν. Έλεγε επίσης ότι ένας λαός πρέπει να κρατάει τις παραδόσεις του και να τις αλλάζει πολύ αργά και με μέτρο. Όταν τις διαλύεις όλες μαζί, το κράτος αποτυγχάνει και μετατρέπεται σε ζούγκλα όπου κάνουν κουμάντο οι συμμορίες.
Και βέβαια, μετά από κάθε τέτοια τραγωδία, το έργο το έχουμε ξαναδεί. Βγαίνει το Μαξίμου και μιλάει για ύψιστη προτεραιότητα και μηδενική ανοχή, βγαίνει ο Υπουργός Δικαιοσύνης και τάζει ενοποιήσεις δικογραφιών, γίνονται καλέσματα για συγκεντρώσεις συμπαράστασης. Αλλά όλα αυτά γίνονται πάντα κατόπιν εορτής. Κανένας δεν παραιτείται, καμία ευθύνη δεν αναλαμβάνεται. Όλα είναι λόγια του αέρα. Ο Μ. Καραγάτσης στον Κίτρινο Φάκελο έγραφε ότι ο Νόμος που ρυθμίζει τις σχέσεις των ανθρώπων δεν μπορεί να καταργηθεί γιατί ο πολιτισμός μας απαιτεί συνεργασία και αποκλείει την αναρχία. Όταν όμως το ίδιο το κράτος αφήνει τον Νόμο να γίνει κουρελόχαρτο, η εμπιστοσύνη πεθαίνει. Και στο τέλος της ημέρας, ας είμαστε ειλικρινείς, εκείνοι που δέχονται να τους κοροϊδεύουν με κούφιες υποσχέσεις, είναι εξίσου υπεύθυνοι για το χάος με αυτούς που τους εξαπατούν.
Μέσα σε όλο αυτό το σκοτάδι, το ελάχιστο που οφείλουμε να κάνουμε ως άνθρωποι είναι να σταθούμε δίπλα σε όσους χτυπήθηκαν βάναυσα. Θέλω να εκφράσω τα πιο θερμά και ειλικρινή μου συλλυπητήρια στην οικογένεια Νέστορα για την τραγική απώλεια της μητέρας τους, και να ευχηθώ ολόψυχα περαστικά, γρήγορη και πλήρη ανάρρωση στην Αφροδίτη καθώς και στα υπόλοιπα θύματα αυτής της συντονισμένης, τυφλής επίθεσης. Μακάρι, μέσα από τέτοιες μαύρες στιγμές, να βρεθεί η δύναμη ώστε η πατρίδα μας και ο κάθε πολίτης ξεχωριστά να ξαναβρούν σύντομα την αξιοπρέπεια, τη γαλήνη και την ασφάλεια που δικαιούνται και που τόσο πολύ έχουν ανάγκη.

