Η βιοτεχνία των ψευδαισθήσεων και το κούφιο περιτύλιγμα της εξουσίας

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

«Στην Ελλάδα ο κόσμος δεν ξέρει να ζήσει. Δεν έχουμε φιλοδοξίες σαν λαός, μας φτάνει να κερδίζουμε ίσα ίσα τα έξοδα της μέρας, που τα πίνουμε στο καφενείο της γειτονιάς μας πολιτικολογώντας με την παλιοπαρέα και αναθεματίζοντας τον τόπο. Κοιμόμαστε με μεγάλα όνειρα και το πρωί ξυπνάμε σκλάβοι». Αυτά έγραφε ο Μένης Κουμανταρέας στη Βιοτεχνία Υαλικών και, κακά τα ψέματα, αν αλλάξεις το καφενείο με το σκρολάρισμα στα social media, είναι λες και το έγραψε σήμερα.

Προσωπικά, βλέπω κάθε εβδομάδα αυτή την καθιερωμένη ανασκόπηση που ανεβάζει ο πρωθυπουργός και μου έρχεται ακριβώς αυτή η εικόνα στο μυαλό. Μου φαίνεται πως αλλάξαμε το περιτύλιγμα, βάλαμε ωραία κορδέλα, αλλά από κάτω η κουλτούρα μας έμεινε ακριβώς η ίδια. Και αυτό το πράγμα βγάζει μάτι σε δύο συγκεκριμένες πλευρές της διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, από τη μία στο ίδιο το κυβερνητικό έργο και από την άλλη στο ποιοι άνθρωποι επιλέγονται για να μας εκπροσωπήσουν.

Αν το καλοσκεφτείς, όλο αυτό το αφήγημα για τη μεγάλη ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό της χώρας πατάει πάνω σε ένα τεράστιο, πολυτελές δεκανίκι που λέγεται Ταμείο Ανάκαμψης. Αντί αυτά τα λεφτά να πιάσουν τόπο και να αλλάξουν μια και καλή τις βάσεις της οικονομίας μας για να νιώσουμε ασφαλείς στο μέλλον, τα χρησιμοποιούμε για να δημιουργούμε πρόσκαιρες εντυπώσεις.
Η ανάπτυξη που μας παρουσιάζουν είναι τεχνητή, γιατί αν βγάλεις από την εξίσωση τις ευρωπαϊκές ενέσεις χρήματος, οι χρόνιες παθογένειες μας είναι όλες εκεί, ανέπαφες. Έτσι ακριβώς επιβεβαιώνεται ο Κουμανταρέας, αφού κοιμόμαστε με το μεγάλο όνειρο μιας ισχυρής Ελλάδας και το πρωί ξυπνάμε στην πραγματικότητα της ακρίβειας, σκεπτόμενοι πώς θα βγάλουμε τα έξοδα της μέρας και περιμένοντας το επόμενο pass για να ανασάνουμε, με μια κυβέρνηση που απλώς μοιράζει το χρήμα με όρους επικοινωνιακής διαχείρισης.

Και αυτή η λογική, του να πουλάμε δηλαδή «εικόνα» αντί για ουσία, περνάει αυτούσια και στα ίδια τα πρόσωπα της παράταξης. Η επιλογή να γεμίζουν τα ψηφοδέλτια της Νέας Δημοκρατίας με αναγνωρίσιμους ανθρώπους από το lifestyle, την τηλεόραση και τα reality, όπως ο Δημήτρης Σκουλός, ο Θανάσης Βισκαδουράκης και η Ελεονώρα Μελέτη, δείχνει μια ξεκάθαρη νοοτροπία, ότι οι followers και τα likes μετράνε πια περισσότερο από την πολιτική συγκρότηση.

Το σύνθημα για αυτό το ψηφιακό πανηγύρι το δίνει πρώτος ο ίδιος ο πρωθυπουργός, που φοράει τα sneakers του και κάνει χιούμορ στο TikTok για να δείξει «ανθρώπινος». Μετά, βέβαια, το πράγμα απογειώνεται με τον Άδωνι Γεωργιάδη, ο οποίος έχει μετατρέψει το υπουργείο σε κανονικό reality show, αφού δεν έχει κανένα πρόβλημα να βγαίνει στα social media και να μας δείχνει live μέχρι και τα botox ή τις μεταμοσχεύσεις μαλλιών του, σπάζοντας κάθε κοντέρ θεσμικής σοβαρότητας.

Στο ίδιο τέμπο ακολουθούν και οι υπόλοιποι, με τον Παύλο Μαρινάκη και τον Κωνσταντίνο Κυρανάκη να φτιάχνουν vlogs με γρήγορο, νεανικό μοντάζ για να μας πείσουν πόσο τέλεια πάνε όλα. Δίπλα τους, οι γυναίκες της παράταξης συμπληρώνουν το ιδανικό Instagram feed, με τη Δόμνα Μιχαηλίδου να ανεβάζει selfies από μαραθωνίους, τη Σοφία Ζαχαράκη να πλασάρει το προφίλ της πάντα προσιτής κοπέλας, την Έλενα Ράπτη να προσέχει την κάθε κομψή της λεπτομέρεια και την Κατερίνα Μονογυιού να γυρνάει τα κυκλαδίτικα κοινωνικά δρώμενα. Όλοι μαζί δεν μιλάνε πια σε πολίτες, αλλά σε ένα κοινό που το αντιμετωπίζουν λες και είναι ακόλουθοι σε σελίδα lifestyle.

Το χειρότερο όμως είναι ότι όλο αυτό το σκηνικό δεν είναι καθόλου αυθόρμητο. Πίσω από τις κάμερες και τα «χαλαρά» βίντεο των υπουργών, υπάρχει ένας ολόκληρος, στρατιωτικά οργανωμένος μηχανισμός που διευθύνει αυτή την influencer-ική προπαγάνδα. Η περιβόητη «Ομάδα Αλήθειας» και τα διάφορα ψηφοδέλτια ψηφιακών οπαδών είναι εκεί για να κόβουν και να ράβουν βίντεο, να φτιάχνουν αφηγήματα, να αποθεώνουν τις επικοινωνιακές εξυπνάδες των στελεχών και να επιτίθενται με τρολ σε όποιον κάνει κριτική. Η πολιτική μάχη δεν δίνεται πια με επιχειρήματα στη Βουλή, αλλά με οργανωμένο hype και ψηφιακό σαμποτάζ στα social media.

Έτσι όμως φτάνουμε στην απόλυτη επιβεβαίωση της «Βιοτεχνίας Υαλικών». Μας αρκεί το περιτύλιγμα, μας φτάνει που το βίντεο έχει καλή μουσική, το ρούχο κάθεται καλά και ο πολιτικός μας φαίνεται συμπαθητικός στην οθόνη του κινητού μας. Μόνο που πίσω από τα φίλτρα, τις μεταμοσχεύσεις, τα TikToks και τα εκατομμύρια του Ταμείου Ανάκαμψης, η ουσία παραμένει στεγνή. Η χώρα δεν διοικείται με σχέδιο για το μέλλον, αλλά με όρους ενός εφήμερου story που θα σβήσει μετά από 24 ώρες. Και επειδή τα τζάμια σε αυτή τη βιοτεχνία είναι πολύ εύθραυστα, το μόνο σίγουρο είναι ότι όταν ξυπνάμε το πρωί και σβήνουν τα φίλτρα της κυριακάτικης ανασκόπησης, βρισκόμαστε πάλι όλοι θεατές στο ίδιο, σκληρό έργο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.