Η Εβδομάδα που δεν μας Είπαν XXIII

Γράφει ο Ρένος Δούκας

Τρία χρόνια από την ανανέωση της λαϊκής εντολής και επτά χρόνια από την ανάληψη της διακυβέρνησης δεν προσφέρονται για πανηγυρισμούς. Δεν είναι αφορμή για επικοινωνιακούς απολογισμούς, καλαίσθητες παρουσιάσεις και κυβερνητικές αυτοεπιβεβαιώσεις. Είναι η στιγμή που μια κυβέρνηση οφείλει να σταθεί απέναντι στη χώρα και να απαντήσει σε ένα απλό ερώτημα. Έγινε η Ελλάδα πραγματικά ισχυρότερη, παραγωγικότερη και πιο αυτάρκης ή απλώς έμαθε να διαχειρίζεται ευρωπαϊκούς πόρους, ευνοϊκές συγκυρίες και έναν μηχανισμό διαρκούς επικοινωνιακής επανάληψης;

Η επίκληση της προόδου έχει αξία μόνο όταν τη συναντά ο πολίτης στη ζωή του. Στον μισθό του. Στο σπίτι που μπορεί ή δεν μπορεί να νοικιάσει. Στην οικογένεια που θέλει ή δεν μπορεί να δημιουργήσει. Στην επιχείρηση που παλεύει με κόστος, φόρους, εισαγωγές και αβεβαιότητα. Στο κράτος που τον εξυπηρετεί ή τον κουράζει. Όταν η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει δημογραφική κατάρρευση, παραγωγική αδυναμία, εμπορικά ελλείμματα, στεγαστική κρίση και υψηλό κόστος ζωής, οι αριθμοί από μόνοι τους δεν μπορούν να περιγράψουν την πραγματικότητα.

Οι πίνακες δείχνουν κάτι. Δεν δείχνουν όλο. Οι δείκτες βοηθούν. Δεν αντικαθιστούν την εμπειρία μιας κοινωνίας που αισθάνεται ότι δουλεύει πολύ, πληρώνει πολύ και κρατά λίγα. Η εμπιστοσύνη των πολιτών δεν χτίζεται με παρουσιάσεις. Χτίζεται όταν οι νέοι μπορούν να σχεδιάσουν τη ζωή τους στον τόπο τους. Όταν οι επιχειρήσεις παράγουν πλούτο χωρίς να ζουν μόνιμα γύρω από επιδοτήσεις. Όταν η μεσαία τάξη αισθάνεται ότι ανεβαίνει και όχι ότι απλώς αντέχει.

Η κυβέρνηση μιλά για υλοποίηση δεσμεύσεων. Το πραγματικό ερώτημα όμως δεν είναι πόσες εξαγγελίες υλοποιήθηκαν. Είναι αν αυτές οι εξαγγελίες απάντησαν στα μεγάλα προβλήματα της χώρας. Γιατί μια κυβέρνηση μπορεί να εκτελέσει μεγάλο μέρος του προγράμματος της και παρ’ όλα αυτά να αφήσει ανέγγιχτες τις βαθύτερες αιτίες που κρατούν την Ελλάδα πίσω. Μπορεί να έχει έργα, πλατφόρμες, μεταρρυθμίσεις και δείκτες, αλλά να μην έχει αλλάξει τη φορά του τόπου.

Κανείς δεν αρνείται ότι έγιναν βήματα. Έγιναν βήματα στον ψηφιακό μετασχηματισμό. Έγιναν έργα υποδομών. Έγιναν κινήσεις στην άμυνα. Κάποια πράγματα λειτουργούν καλύτερα από ό,τι λειτουργούσαν πριν. Αυτό πρέπει να αναγνωρίζεται. Αλλά η σοβαρή πολιτική αποτίμηση δεν σταματά εκεί. Ρωτά αν άλλαξε το παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Ρωτά αν μειώθηκε η εξάρτηση από τις εισαγωγές. Ρωτά αν δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις ώστε η ανάπτυξη να στηρίζεται στις δικές μας παραγωγικές δυνάμεις και όχι στην εξωτερική χρηματοδότηση.

Εκεί βρίσκεται η ουσία. Η Ελλάδα δεν μπορεί να μετρά την πρόοδό της μόνο με απορροφήσεις, εφαρμογές, επιμέρους έργα και ευρωπαϊκά προγράμματα. Αυτά έχουν αξία όταν εντάσσονται σε εθνική στρατηγική. Χωρίς τέτοια στρατηγική, κινδυνεύουν να γίνουν διαχειριστικά επεισόδια. Χρήσιμα ίσως, αλλά ανεπαρκή για μια χώρα που χρειάζεται αλλαγή βάσης και όχι απλώς καλύτερη διαχείριση της υπάρχουσας αδυναμίας.

Η διαφωνία δεν αρνείται την πρόοδο. Ζητά ουσιαστική πρόοδο. Πατριωτισμός δεν σημαίνει να χειροκροτείς κάθε κυβερνητική ανακοίνωση. Ούτε να μηδενίζεις ό,τι έγινε επειδή δεν σε βολεύει πολιτικά. Πατριωτισμός σημαίνει να αναγνωρίζεις ό,τι προχώρησε σωστά και ταυτόχρονα να δείχνεις όσα συνεχίζουν να απειλούν το μέλλον της χώρας. Σημαίνει να μην μπερδεύεις την κυβερνητική σταθερότητα με την εθνική επάρκεια.

Η Ελλάδα του 2030 δεν θα κριθεί από τα συνθήματα. Δεν θα κριθεί από τις εκθέσεις απολογισμού. Δεν θα κριθεί από το αν μια κυβέρνηση παρουσίασε με πειθαρχία το έργο της. Θα κριθεί από το αν θα έχει αποκτήσει πραγματική οικονομική αυτοδυναμία, δημογραφική προοπτική, ισχυρή παραγωγή, ενεργειακή επάρκεια και εθνική αυτοπεποίθηση. Διαφορετικά, το 2030 θα είναι απλώς ένας ακόμη επικοινωνιακός σταθμός σε μια χώρα που αναβάλλει τις μεγάλες αποφάσεις.

Ο απολογισμός μιας κυβέρνησης δεν είναι φυλλάδιο δημοσίων σχέσεων. Είναι η σύγκριση ανάμεσα σε αυτά που παρέλαβε και σε αυτά που θα παραδώσει. Και αυτή η σύγκριση δεν μπορεί να περιοριστεί σε επιμέρους δείκτες. Οφείλει να απαντήσει στο θεμελιώδες ερώτημα. Είναι σήμερα η Ελλάδα λιγότερο ευάλωτη από ό,τι ήταν πριν από επτά χρόνια; Έχει περισσότερη παραγωγή; Έχει περισσότερη αυτάρκεια; Έχει ισχυρότερη μεσαία τάξη; Έχει καλύτερες προοπτικές για τους νέους της; Έχει μικρότερη εξάρτηση από εξωτερικούς πόρους και εισαγόμενη αξία;

Αυτή είναι η πραγματική δοκιμασία. Όχι η ταχύτητα με την οποία ανακοινώνεται ένα μέτρο. Όχι η αισθητική μιας παρουσίασης. Όχι η επανάληψη της λέξης μεταρρύθμιση. Η δοκιμασία βρίσκεται στο αν η χώρα αποκτά αντοχές. Αν παράγει περισσότερο. Αν κρατά τους ανθρώπους της. Αν μπορεί να σταθεί σε έναν πιο σκληρό κόσμο χωρίς να περιμένει κάθε φορά την επόμενη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση ή την επόμενη ευνοϊκή συγκυρία.

Η πατρίδα χρειάζεται πράγματι σχέδιο, ενότητα και σταθερότητα. Αυτές οι λέξεις όμως χάνουν το νόημά τους όταν δεν συνδέονται με παραγωγή, δημογραφία, θεσμούς και εθνική ισχύ. Η χώρα χρειάζεται μια εθνική στρατηγική που να απελευθερώνει τις παραγωγικές δυνάμεις του τόπου και να οδηγεί σε πραγματική ισχύ. Χωρίς ισχυρή παραγωγική βάση, χωρίς δημογραφική ανάταξη και χωρίς οικονομική αυτονομία, καμία σταθερότητα δεν μπορεί να εγγυηθεί το μέλλον της Ελλάδας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.