Ποιοι μετριούνται και ποιοι ξεχνιούνται στην αγορά εργασίας

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Υπάρχει ένα παλιό πολιτικό κόλπο που λέει ότι αν δεν σου βγαίνουν οι αριθμοί, άλλαξε το κάδρο. Κάπως έτσι, η κυβέρνηση Μητσοτάκη πανηγυρίζει για τη «θεαματική μείωση της ανεργίας», δείχνοντας το ποσοστό να πέφτει από το 18% του 2019 στο 7,7% τον Ιανουάριο του 2026. Μόνο που αυτή η εικόνα, όσο εντυπωσιακή κι αν φαίνεται, είναι ταυτόχρονα αληθινή και παραπλανητική.

Αν δει κανείς τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η εικόνα μοιάζει καθαρή, αφού η ανεργία τον Ιανουάριο του 2026 διαμορφώνεται στο 7,7%, οι άνεργοι ανέρχονται σε 369.146 άτομα, ενώ οι απασχολούμενοι φτάνουν τα 4.401.737, αυξημένοι κατά 128.154 σε σχέση με τον Ιανουάριο του 2025. Πρόκειται για μια στατιστική αποτύπωση που δείχνει σαφή βελτίωση και επιτρέπει στην κυβέρνηση να μιλά για επιτυχία.

Την ίδια στιγμή, όμως, τα στοιχεία της ΔΥΠΑ για τον Μάρτιο του 2026 αφηγούνται μια εντελώς διαφορετική ιστορία. Οι εγγεγραμμένοι άνεργοι ανέρχονται σε 861.241 άτομα, εκ των οποίων 403.847, δηλαδή σχεδόν οι μισοί, βρίσκονται στην ανεργία για πάνω από δώδεκα μήνες, ενώ 457.394 είναι εγγεγραμμένοι για μικρότερο χρονικό διάστημα. Δεν πρόκειται για μια στατιστική λεπτομέρεια, αλλά για μια δεύτερη πραγματικότητα.

Και εδώ γεννιέται το παράδοξο που αξιοποιείται πολιτικά. Πώς γίνεται η ανεργία να εμφανίζεται μειωμένη σχεδόν στο μισό και ταυτόχρονα οι εγγεγραμμένοι άνεργοι να παραμένουν πάνω από 860.000; Η απάντηση δεν είναι ότι οι αριθμοί λένε ψέματα. Είναι ότι δεν μιλούν για το ίδιο πράγμα.

Η ΕΛΣΤΑΤ, ακολουθώντας τα ευρωπαϊκά πρότυπα, μετρά μόνο όσους δεν εργάζονται, αναζητούν ενεργά εργασία και είναι άμεσα διαθέσιμοι να δουλέψουν. Όποιος βρεθεί εκτός αυτής της αυστηρής συνθήκης, ακόμη κι αν στην πράξη παραμένει χωρίς σταθερή εργασία, παύει να καταγράφεται ως άνεργος. Αντίθετα, η ΔΥΠΑ καταγράφει όλους όσοι είναι εγγεγραμμένοι στα μητρώα της, δηλαδή το πραγματικό απόθεμα της ανεργίας, συμπεριλαμβανομένων των μακροχρόνια ανέργων και εκείνων που κινούνται στο περιθώριο της αγοράς εργασίας.

Έτσι εξηγείται και η αντίφαση. Η ανεργία μειώνεται ως ποσοστό, επειδή μειώνεται ο αριθμός όσων πληρούν τα αυστηρά κριτήρια της ενεργής αναζήτησης, αλλά και επειδή αυξάνεται η απασχόληση. Την ίδια στιγμή, όμως, ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού παραμένει εκτός ουσιαστικής εργασίας και συνεχίζει να καταγράφεται στα μητρώα της ΔΥΠΑ. Δεν εξαφανίζεται, απλώς δεν εμφανίζεται στον ίδιο δείκτη.

Αν προστεθεί και η σύγκριση με το 2019, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική. Τότε, με ανεργία περίπου 18%, οι άνεργοι με βάση την ΕΛΣΤΑΤ ξεπερνούσαν τις 800.000, ενώ οι εγγεγραμμένοι στη ΔΥΠΑ κινούνταν επίσης κοντά στις 850.000-860.000. Σήμερα, το ποσοστό έχει πέσει στο 7,7% και οι άνεργοι της ΕΛΣΤΑΤ έχουν περιοριστεί στους 369.146, αλλά οι εγγεγραμμένοι άνεργοι παραμένουν στους 861.241. Η διαφορά δεν είναι μόνο αριθμητική, αλλά εννοιολογική και πολιτική.

Αυτό που παρουσιάζεται ως ενιαία επιτυχία είναι στην πραγματικότητα μια διπλή εικόνα. Από τη μία πλευρά, υπάρχει πράγματι μείωση της ανεργίας με βάση τη διεθνώς αποδεκτή μέθοδο. Από την άλλη, υπάρχει ένα σταθερό και βαρύ απόθεμα ανθρώπων που παραμένουν εκτός σταθερής απασχόλησης, σχεδόν οι μισοί εκ των οποίων είναι εγκλωβισμένοι στην ανεργία για πάνω από έναν χρόνο.

Και εδώ είναι που τελειώνουν οι στατιστικές και αρχίζει η πολιτική ευθύνη. Το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων οφείλει να τοποθετηθεί καθαρά για το ποια από τις δύο εικόνες θεωρεί ότι αποτυπώνει την πραγματικότητα. Την «καθαρή» ανεργία του 7,7% ή τους 861.241 εγγεγραμμένους που συνεχίζουν να ζουν την καθημερινότητα της εργασιακής αβεβαιότητας;

Γιατί αν η απάντηση είναι ότι και οι δύο αριθμοί είναι σωστοί, τότε το πρόβλημα δεν είναι στα δεδομένα αλλά στη χρήση τους. Και αν η ελληνική κοινωνία δεν βλέπει αυτή την αντίφαση «στα χαρτιά», είναι επειδή δεν τη χρειάζεται για να την καταλάβει, αφού τη ζει ήδη. Τη ζει στους μισθούς που δεν φτάνουν, στις δουλειές που δεν κρατούν, στους ανθρώπους που παραμένουν για χρόνια εκτός ουσιαστικής απασχόλησης.

Η στατιστική μπορεί να εξηγεί την πραγματικότητα. Δεν μπορεί, όμως, να την υποκαταστήσει. Και όταν η πολιτική επιλέγει να δείχνει μόνο τη μία της όψη, τότε το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει πρόοδος, αλλά αν υπάρχει ειλικρίνεια.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.