Τελικά μετά από 10 χρόνια θυμάται κανένας το όνομα;
Γράφει ο Θεόφιλος Νικολαΐδης, Επιχειρηματίας
Στην ιστορία του Σκοπιανού ζητήματος που αυτές τις μέρες είναι φλέγον, υπήρξαν πολλές φάσεις και πολλοί θέλουν να ρίξουν το φταίξιμο σε κάποιους για το γεγονός πως φτάσαμε το 2018, 27 χρόνια από την ημέρα που το γειτονικό κρατίδιο αποσπάστηκε από τον κορμό της καταρρέουσας Γιουγκοσλαβίας και απέκτησε με δημοψήφισμα την ανεξαρτησία του, πως φτάσαμε ως εδώ χωρίς να έχει επιλυθεί το θέμα του ονόματος.
Μέσα στα 27 αυτά χρόνια, υπήρξαν περίοδοι έντονων διεργασιών και περίοδοι μακρόχρονης χειμερίας νάρκης.
Πολλοί υποστηρίζουν με ατράνταχτα επιχειρήματα, πως το θέμα θα είχε επιλυθεί δια παντός στην γέννηση του, αν δεν προέκυπταν σοβαρές διαφορές ως προς την εκτίμηση του, μεταξύ του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και του τότε υπουργού Εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά.
Όλο το ζουμί της υπόθεσης ήταν η ονομασία με την οποίαν θα εμφανιζόταν το νέο κράτος στο διεθνές γίγνεσθαι. Όλα τα επί μέρους θέματα του αλυτρωτισμού και της καταπάτησης της ιστορίας μας πρόεκυψαν καθαρά από το όνομα. Ποιος θα είχε βλέψεις επί της Μακεδονίας αν το κράτος του το έλεγαν π.χ. Βαρντάσκα και ποιος θα διατύπωνε την άποψη ότι ο Μέγας Αλέξανδρος προερχόταν από την Βαρντάσκα; Κανείς ασφαλώς.
Αυτό ο παμπόνηρος Τίτο το κατάλαβε και γιαυτό ονόμασε το ομόσπονδο κρατίδιο του σε Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας, επειδή ήξερε πως το όνομα έχει και άλλες προεκτάσεις και δημιουργεί και άλλες βλέψεις και δεν το άφησε ως Βαρντάσκα όπως ονομαζόταν η περιοχή πριν να έρθει ο κομμουνισμός στην Γιουγκοσλαβία.
Στο τότε βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας, Μπανόβινα Βαρντάσκα, Επαρχία του Βαρδάρη λεγόταν η περιοχή. Αυτό που κατάλαβε ο Τίτο, το κατάλαβε ο Αντώνης Σαμαράς αλλά δεν το κατάλαβε και δεν του έδωσε σημασία ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Η περίφημη φράση του το 1993 “και ποιος θα θυμάται το όνομα μετά από 10 χρόνια” κρύβει όλη την φιλοσοφία του για το όνομα.
Τότε λοιπόν, την κρίσιμη περίοδο 1991-1993 που υπήρχαν βάσιμες ελπίδες να λυθεί το θέμα δια παντός, πέσαμε στην διχογνωμία των δύο ανδρών που χειρίζονταν το θέμα του ονόματος. Είμαι από αυτούς που πιστεύουν πως αν η Ελλάδα τότε είχε κρατήσει αμετακίνητη στάση, όπως είχε αποφασιστεί και στο Συμβούλιο Αρχηγών υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, να μην περιέχει δηλαδή η ονομασία του νέου κρατιδίου το όνομα Μακεδονία, πιστεύω πως αυτό τελικά θα γινόταν αποδεκτό από την διεθνή κοινότητα.
Όταν όμως ο ίδιος ο τότε πρωθυπουργός δεν το πίστευε, εκπέμποντας στους έξω την εντύπωση της διγλωσσίας, πώς να προχωρήσει το πράγμα και πώς να μας πάρουν οι άλλοι στα σοβαρά;
Μεταφέρω μια χαρακτηριστική αποστροφή από την συνέντευξη του Αντώνη Σαμαρά στην εκπομπή «Οι φάκελοι» του Αλέξη Παπαχελά στο τηλεοπτικό κανάλι “MEGA” στις 16/11/2004: «Πηγαίνω έξω και, κύριε Παπαχελά, ποτέ δεν έχω αισθανθεί τόσο άσχημα και δεν θα ήθελα ποτέ άλλος Έλληνας Υπουργός των Εξωτερικών να αισθανθεί το ίδιο άσχημα. Έγινα περίγελος. Με ρωτούσε ο κύριος Ντελόρ με υπονοούμενα, με ρωτούσε ο κύριος Πόστ του Λουξεμβούργου, με ρωτούσε ο Γκένσερ, με ρωτούσε ο κύριος Κόλλινς της Ιρλανδίας και μου λέγανε, καλά Αντώνη, εδώ μας λες άλλα και μαθαίνουμε από το κέντρο ότι άλλη είναι η γραμμή. Είχανε ήδη αρχίσει οι διαρροές ότι μην ακούτε τον Σαμαρά, αυτός έχει την θέση όνομα, εμάς δεν μας νοιάζει».
Δεν προχωράω άλλο γιατί η συνέχεια είναι γνωστή. Πρέπει όμως μελετώντας την Ιστορία να αποδίδουμε τα συν και τα πλην στους πρωταγωνιστές της και να μην προσπαθούμε να την παραχαράξουμε έχοντας άλλες σκέψεις, υστερόβουλες, στο μυαλό μας.
Η Ιστορία πολλές φορές διαψεύδει την διαστρέβλωση της με τα γεγονότα που ακολουθούν. Βρισκόμαστε ήδη στο 2018, 27 χρόνια από τότε που το κρατίδιο απέκτησε την ανεξαρτησία του και 25 χρόνια από τότε που ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης διετύπωσε την ιστορική φράση που υπήρξε και ο οδηγός της επίλυσης του προβλήματος τότε. Αλήθεια σήμερα, μετά από τόσα χρόνια που πέρασαν από τότε, πολλά περισσότερα από 10, θυμάται κανείς το όνομα;