Στο μεταμνημονιακό χείλος του γκρεμού
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος, Συγγραφέας
Πολύ γρήγορα κόπασαν οι κυβερνητικοί πανηγυρισμοί για την τυπική ολοκλήρωση του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής. Όσο κι αν ορισμένοι παριστάνουν τους αδιάφορους και τους αισιόδοξους, η πραγματικότητα έρχεται να τους διαψεύσει με πάταγο. Μέσα σε ένα μήνα άρχισαν να επιβεβαιώνονται όσα περιέγραφα απο πέρσι στο άρθρο μου Έρχεται το χειρότερο σενάριο για τη χώρα;
Οι αγορές φυσικά και δεν εντυπωσιάζονται από μεγαλοστομίες. Η μεταρρυθμιστική αναβλητικότητα, η παροχολογία, το πολιτικό ρίσκο πιθανών επανειλημμένων εκλογικών αναμετρήσεων αλλά και η διαφαινόμενη νέα αστάθεια στο τραπεζικό σύστημα δεν αποτελούν εχέγγυα αξιοπιστίας που θα καταστήσουν ελκυστικά τα ομόλογα μας στους επενδυτές.
Ιδιαίτερα το τραπεζικό ζήτημα επανήλθε στην επικαιρότητα καθαρά από κυβερνητική αφέλεια, αν όχι εγκληματική αμέλεια. Στις αρχές του 2015 ο Τσίπρας παρέλαβε υγιείς τράπεζες με καταθέσεις σε αυξητική τάση για να τις καταστήσει στα πλαίσια της διαπραγματευτικής δημιουργικής ασάφειας έρμαια των capital controls, της διαφυγής κεφαλαίων και της νέας διόγκωσης των “κόκκινων” δανείων καθιστώντας επιτακτική την τότε ανακεφαλαιοποίηση.
Όμως κι αυτή έγινε ημιτελώς και χωρίς αίσθηση των προοπτικών αφήνοντας περιθώρια χειραγώγησης από τους κερδοσκόπους που τώρα εξαργυρώνουν τα κέρδη. Αποτέλεσμα όλων αυτών η ανάγκη μέρος του χρηματοδοτικού μαξιλαριού να πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την κεφαλαιακή στήριξη των τραπεζών. Κι αν επιβεβαιωθεί αυτό το σενάριο ο γκρεμός της έλλειψης κρατικής χρηματοδότησης πολύ νωρίτερα του αναμενόμενου και με τη χώρα εκτός αγορών, θα ερθει κοντύτερα.
Την ίδια στιγμή οι διεθνείς συνθήκες, όπως είχα προβλέψει, μόνο θετικές δεν είναι. Από τον παγκόσμιο εμπορικό πόλεμο μέχρι την άνοδο της τιμής του πετρελαίου, κι από τον πρόωρο επιτοκιακό μαξιμαλισμό μέχρι την πολιτική πίεση από την άνοδο των αντιευρωπαϊκών δυνάμεων, δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα που περιορίζει τις αναπτυξιακές προοπτικές.
Όπως ανέλυα από το 2011 στο άρθρο Η κρίση κι ο “πόλεμος” του μέλλοντος μας… πέρα από τις δημοσιονομικές και χρηματοοικονομικές συνθήκες που δεν θα επέτρεπαν την ταχύτατη επιστροφή σε αναπτυξιακή έκρηξη, αυτό που ονομάζουμε τύπου V, η μετάβαση στην επόμενη εποχή της 4ης βιομηχανικής επανάστασης απαιτεί χρόνο και δεν θα είναι τόσο εύκολη και ομαλή.
Οι τεχνολογικές και εργασιακές αλλαγές που φέρνει, οικοδομώντας ένα νέο κοινωνικοοικονομικό πρότυπο, χρειάζονται χρόνο επώασης κι αποδοχής και πολιτική διορατικότητα ώστε οι αποφάσεις κάθε εξουσίας να συμβαδίζει με τις γενικότερες εξελίξεις. Κι όλο αυτό σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα δεδομένα κρατούν την ανάκαμψη στα ρηχά νερά τού τύπου L. Η Ελλάδα μέσα στον κυκεώνα της κρίσης μοιάζει συνειδητά ουραγός σε αυτή τη διαδικασία προσαρμογής.
Ειδικά τα τελευταία χρόνια η αριστερή διακυβέρνηση αναλώθηκε σε πομπώδεις αναφορές για “δίκαιη ανάπτυξη” και ελάχιστη δουλειά για ένα σύγχρονο αναπτυξιακό πλάνο. Αναπτυξιακό σχέδιο δυο φορές κατατέθηκε μέσα στα χρόνια του μνημονίου. Κι οι δυο υπήρξαν προτάσεις του Αντώνη Σαμαρά.
Την μια, με τα περιβόητα Ζάππεια που κάποιοι λοιδορούν δίχως να τα έχουν μελετήσει. Τότε που εκτός από την επισήμανση των εγγενών μνημονιακών λαθών, τα οποία στην πορεία παραδέχτηκαν και οι ίδιοι οι εμπνευστές τους, διατυπώνονταν σαφείς αναπτυξιακές πρωτοβουλίες συμβατές με τα ανταγωνιστικά μας πλεονεκτήματα.
Την άλλη, λίγο πριν την αποχώρηση από την εξουσία όταν εκμεταλλευόμενος την εξαιρετική μελέτη της McKinsey, πρότεινε μια σειρά ενεργειών που αναδείκνυαν άμεσα τους πιο κρίσιμους παραγωγικά τομείς, όπως πχ ο τουρισμός, η ναυτιλία, τα logistics, η ποιοτική και μεταποιητική γεωργία καθιστώντας εφικτό στόχο την επίτευξη ρυθμών ανάπτυξης κοντά στο 4%.
Τότε που η επάνοδος στις αγορές ήταν εξασφαλισμένη και τα φορολογικά βάρη άρχιζαν να μειώνονται δημιουργώντας κλίμα εμπιστοσύνης στους επενδυτές αποκλιμακώνοντας σταθερά τα επιτόκια δανεισμού. Τώρα βλέπουμε τον γκρεμό να επανέρχεται και παριστάνουμε ότι πρόκειται για εύφορη κοιλάδα.