Η ψευδαίσθηση της σταθερότητας και το μελλούμενο κρίσιμο σταυροδρόμι της Ελληνικής οικονομίας

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Ο καλός ταριχευτής, λένε, φαίνεται από το αν δημιουργεί την ψευδαίσθηση της ζωής. Στη σύγχρονη ελληνική πολιτική και οικονομία, αυτή η ψευδαίσθηση εκδηλώνεται ως μια αναγγελία σταθερότητας, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι παρά μια χρονοκαθυστέρηση, μια αναβολή της κρίσης που είναι έτοιμη να εκραγεί. Εν μέσω παγκόσμιας αβεβαιότητας και χαμηλών αναπτυξιακών προσδοκιών για την Ευρώπη, η Ελλάδα βαδίζει προς το 2026 με έναν μη βιώσιμο οικονομικό προγραμματισμό που, αντί να ενισχύει τη χώρα, την οδηγεί σε έναν νέο κύκλο εσωτερικής λιτότητας.

Η διεθνής κοινότητα παρατηρεί με ανησυχία το μέλλον της παγκόσμιας οικονομίας, καθώς η Ευρωζώνη προσπαθεί να σταθεροποιηθεί με χαμηλούς, αλλά θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Σε αυτό το περιβάλλον, οι χώρες που δεν ενίσχυσαν την παραγωγική τους βάση και στήριξαν την ανάπτυξη τους σε προσωρινούς πόρους και κατανάλωση, βρίσκονται εκτεθειμένες.

Οι προβλέψεις των διεθνών οργανισμών για την Ελλάδα είναι απογοητευτικές, και η εκτίμηση ανάπτυξης 2,4% για το 2026 από την κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει ήδη αμφισβητηθεί. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τοποθετεί την ανάπτυξη στο 1,3%, ενώ το ΔΝΤ προβλέπει μόλις 1,7%, καταδεικνύοντας την αβεβαιότητα που επικρατεί. Η αιτία αυτής της αβεβαιότητας δεν είναι κάποια εξωτερική κρίση, αλλά οι πολιτικές επιλογές της σημερινής κυβέρνησης, οι οποίες αποτυπώνονται με τον πιο αποκαλυπτικό τρόπο στο νέο Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό Σχέδιο 2026–2029.

Η ουσία του σχεδίου αυτού είναι η συρρίκνωση, αφού μια αόρατη αλλά καταστροφική πολιτική εξασφαλίζει λιτότητα χωρίς να το παραδέχεται. Σχεδόν όλοι οι τομείς της δημόσιας δαπάνης μειώνονται, από τις κοινωνικές πολιτικές και τις δημόσιες υπηρεσίες μέχρι τις επενδύσεις και τις υποδομές, ενώ τα φορολογικά βάρη αυξάνονται. Αυτή η κίνηση, η οποία δεν παρουσιάζεται καθαρά λόγω της προεκλογικής ατμόσφαιρας, αποσκοπεί στην επιστροφή στο μοντέλο των μνημονιακών χρόνων, με τη διαφορά ότι τώρα η λιτότητα αποκρύπτεται πίσω από μια επίφαση πολιτικής «σταθερότητας».

Τα στοιχεία που καταγράφονται στο νέο Μεσοπρόθεσμο είναι ανησυχητικά. Χωρίς τους κοινοτικούς πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, η Ελλάδα φαίνεται να αδυνατεί να χρηματοδοτήσει ουσιαστικές παραγωγικές επενδύσεις, και η αποτυχία της να ενισχύσει τη βιομηχανία και την αγροτική παραγωγή την καθιστά εξαιρετικά ευάλωτη στις επόμενες φάσεις της οικονομικής κρίσης. Οι επενδύσεις που είχαν προγραμματιστεί για το 2024 και το 2025 αναθεωρούνται διαρκώς προς τα κάτω, και σύμφωνα με το νέο Μεσοπρόθεσμο, οι επενδύσεις αναμένονται να πέσουν δραματικά το 2027 και το 2028.

Το οικονομικό επιτελείο πανηγυρίζει για τα υψηλά πλεονάσματα, αποσιωπώντας όμως το γεγονός ότι αυτά δεν προέρχονται από διαρθρωτική ανάπτυξη, αλλά από πληθωρισμό, ακρίβεια, έμμεσους φόρους και δραστικές περικοπές δαπανών. Παράλληλα, αυτή η πολιτική οδηγεί σιωπηλά στη διάλυση των δημόσιων υπηρεσιών και στη συρρίκνωση της δημόσιας διοίκησης, με το προσωπικό να μειώνεται μέσω αποχωρήσεων χωρίς αντικατάσταση, με πίεση στους μισθούς και χωρίς ουσιαστική αναδιοργάνωση. Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή τη στιγμή έχουμε την μεγαλύτερη κυβέρνηση σε αριθμό μελών τα χρόνια της μεταπολίτευσης.

Η διακυβέρνηση Μητσοτάκη ξεκίνησε το 2019 με μεγάλες υποσχέσεις και στρατηγικές που δήλωναν την επιθυμία για εκσυγχρονισμό, ανάπτυξη και κυρίως για την αναγκαία υπέρβαση των λαθών του παρελθόντος. Ο πρωθυπουργός και το επιτελείο του παρουσίασαν ένα αφήγημα που υποσχόταν την αναγέννηση της ελληνικής οικονομίας και την αποκατάσταση της διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας. Στην αρχή, αυτή η εικόνα φάνηκε να πραγματοποιείται, με την οικονομία να δείχνει κάποια πρώτα σημάδια ανάκαμψης, και με την Ελλάδα να καταγράφει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης λόγω των έκτακτων ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων και της ενίσχυσης του τουριστικού τομέα.

Περίπου στο μέσο αυτής της διακυβέρνησης, η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με τις συνέπειες της πανδημίας COVID-19. Το κράτος ανέλαβε ρόλο καταλυτικό στη στήριξη των πολιτών και των επιχειρήσεων μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, αλλά και πάλι, παρά τις πρώτες θετικές αντιδράσεις, το μέλλον της ελληνικής οικονομίας ήταν ξεκάθαρα εξαρτημένο από εξωτερικούς παράγοντες και τις διαθέσιμες χρηματοδοτήσεις. Και ενώ η κυβέρνηση συνέχισε να διαφημίζει τα θετικά αποτελέσματα των μέτρων, η παραγωγική βάση της χώρας δεν ενισχύθηκε με βιώσιμο τρόπο.

Μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, η Ελλάδα βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με τις ίδιες αδυναμίες που την οδήγησαν στην κρίση του 2010. Παρά τις αρχικές υποσχέσεις για αναγέννηση και εκσυγχρονισμό, η κυβέρνηση Μητσοτάκη απέτυχε να ενισχύσει τη βιωσιμότητα της ελληνικής οικονομίας. Αφήνοντας την ελληνική οικονομία, χωρίς σχέδιο και χωρίς παραγωγικό στρατηγικό στόχο, αντί να επενδύσει σε τομείς με στρατηγική αναδιάρθρωσης, οι προσπάθειες επικεντρώθηκαν σε χαμηλής ποιότητας επενδύσεις σε τουρισμό, ακίνητα και logistics, αφήνοντας την παραγωγική βάση της χώρας ανίσχυρη. Η έξοδος από την πανδημία στηρίχθηκε σε έκτακτους ευρωπαϊκούς πόρους, αλλά χωρίς ένα σαφές σχέδιο για το μέλλον. Όταν αυτοί οι πόροι εξαντληθούν το 2026, η Ελλάδα θα βρεθεί χωρίς υποκατάστατα, και οι προβλέψεις για ανάπτυξη παραμένουν αμφισβητούμενες.

Το δε τραπεζικό σύστημα της Ελλάδας, στηριζόμενο στη συμφωνία με τους δανειστές και τις κεφαλαιοποιήσεις επί κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου, δεν είναι εκτεθειμένο όπως το 2010, αλλά αντιμετωπίζει κινδύνους λόγω της έλλειψης ισχυρής παραγωγικής βάσης. Οι τράπεζες εξαρτώνται από τον βραχυπρόθεσμο καταναλωτικό δανεισμό και την περιορισμένη ανάπτυξη τομέων όπως ο τουρισμός και τα ακίνητα. Η χώρα μπορεί να βγαίνει στις αγορές κυρίως με βραχυπρόθεσμο δανεισμό, που απορροφάται, όμως, από το εγχώριο τραπεζικό σύστημα αυξάνοντας τον εσωτερικό της δανεισμό, και κυρίως για καταναλωτικές ανάγκες του κράτους και αποπληρωμή παλαιών χρεών. Χωρίς βιώσιμες παραγωγικές επενδύσεις και χωρίς εθνικό τραπεζικό πυλώνα, οι τράπεζες κινδυνεύουν από αυξημένες επισφάλειες και προβλήματα κεφαλαιακής επάρκειας. Με την εξάντληση των ευρωπαϊκών πόρων το 2026, το τραπεζικό σύστημα θα αντιμετωπίσει σοβαρές προκλήσεις λόγω της έλλειψης διαρθρωτικής ανάπτυξης και μαζί τους η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους και κατά συνέπεια η έξοδος στις αγορές.

Αυτό που παρουσιάζεται ως «σταθερότητα» είναι στην πραγματικότητα μια προσωρινή επιτυχία που καθυστερεί την επερχόμενη κρίση. Στο πολιτικό πεδίο, η κυβέρνηση προσπαθεί να κρύψει τις αρνητικές συνέπειες αυτής της πολιτικής πίσω από την επιτυχία νομοθετικών μεταρρυθμίσεων και την επίφαση πολιτικής βελτίωσης. Ένα από τα κύρια εργαλεία της κυβέρνησης για την αποτροπή της κοινωνικής δυσαρέσκειας είναι τα νομοσχέδια που ανακοινώνονται για το 2026, τα οποία προσπαθούν να αναδείξουν ένα «μετρήσιμο έργο» και να επιταχύνουν τις μεταρρυθμίσεις σε τομείς που επηρεάζουν άμεσα τους πολίτες.

Όπως κάθε «υγιής» οικονομία που προσπαθεί να επαναστατήσει μετά από κρίση, η Ελλάδα υποτίθεται ότι είχε λάβει το μάθημα των προηγούμενων ετών, που την είχαν οδηγήσει στη χρεοκοπία και το μνημόνιο. Αντί αυτού, όμως, η πολιτική των «αρίστων» της Νέας Δημοκρατίας απέτυχε να αναδομήσει τη χώρα σε θεμέλια ανθεκτικά για το μέλλον. Η Ελλάδα βρέθηκε να αναπαράγει τις ίδιες λογικές, και οι «άριστοι» που υποσχέθηκαν να οδηγήσουν την χώρα σε αναγέννηση, απέτυχαν να δημιουργήσουν τις συνθήκες για έναν πραγματικά ανθεκτικό και παραγωγικό οικονομικό ιστό. Η ανάπτυξη που παρουσιάζεται, είναι απλώς η ψευδαίσθηση της οικονομικής ζωής. Όταν η πραγματικότητα αποκαλύπτεται, η βόμβα είναι ήδη τοποθετημένη στα θεμέλια της ελληνικής οικονομίας, έτοιμη να εκραγεί με τη λήξη των ευρωπαϊκών πόρων και τη συρρίκνωση της παραγωγικής της βάσης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.