Από τα νταούλια στα tablets – ώρα εθνικής παραίτησης
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Δέκα χρόνια πριν, ο Αλέξης Τσίπρας υποσχόταν να «σκίσει τα μνημόνια» και να κάνει τις αγορές να χορεύουν στα νταούλια. Ήταν η εποχή της αυταπάτης, του ψευδομεσσιανισμού, του «όλα αλλάζουν» χωρίς κόστος. Τελικά, υπέγραψε το πιο σκληρό Μνημόνιο και η ελπίδα έγινε κυνισμός. Σήμερα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επαναλαμβάνει το ίδιο έργο, απλώς με άλλη γλώσσα. Δεν υπόσχεται να σκίσει μνημόνια, υπόσχεται να «ψηφιοποιήσει» τη χώρα. Δεν παίζει με νταούλια, παίζει με tablets. Και όμως, η ουσία είναι ίδια, ένας πρωθυπουργός εγκλωβισμένος στην αυταπάτη ότι η επικοινωνία μπορεί να υποκαταστήσει την πολιτική.
Η Νέα Δημοκρατία δεν είναι απλώς ένα κόμμα. Είναι η ιστορική ραχοκοκαλιά της παράταξης που σήκωσε τη χώρα στα δύσκολα και κράτησε όρθιο τον θεσμό της αστικής δημοκρατίας όταν άλλοι έπαιζαν με τη φωτιά. Όμως σήμερα, αυτό που βλέπουμε δεν είναι Νέα Δημοκρατία. Είναι ένα άθροισμα μηχανισμών εξουσίας χωρίς ψυχή, χωρίς συλλογική πυξίδα, χωρίς αρχές. Και το χειρότερο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θεώρησε ότι μπορεί να κυβερνήσει με «μουσαφίρηδες» – με τεχνοκράτες και μετακλητούς χωρίς πολιτική ταυτότητα, χωρίς ρίζες στη λαϊκή βάση της ΝΔ, χωρίς σεβασμό στη διαδρομή της. Αυτή η επιλογή δεν ήταν ένδειξη δύναμης. Ήταν ένδειξη αποκοπής. Και σήμερα, όταν οι παλιοί αγωνιστές της ΝΔ χαρακτηρίζονται «βαρόνοι» ή «ταραξίες», όταν τα στελέχη που υπηρέτησαν την παράταξη επί δεκαετίες αισθάνονται ξένοι στο ίδιο τους το σπίτι, κάτι βαθιά ανήθικο έχει συμβεί. Δεν άλλαξε η ΝΔ. Την άλλαξαν.
Ο Καραμανλής έβαλε τα θεμέλια της Δημοκρατίας, ο Αβέρωφ της έδωσε ήθος και μέτρο, ο Κώστας Καραμανλής κράτησε εθνική ψυχραιμία σε δύσκολες εποχές και ο Αντώνης Σαμαράς την ξανασήκωσε όταν η χώρα βυθιζόταν στο χάος. Αυτοί υπηρέτησαν την Πατρίδα, δεν τη χρησιμοποίησαν. Αυτή ήταν η Νέα Δημοκρατία, παράταξη με όραμα, με πίστη, με ιδανικά. Όχι κόμμα δημοσκοπήσεων και επιτελικών μηχανισμών. Όχι βιτρίνα εξουσίας, αλλά όχημα εθνικής ευθύνης.
Η Ελλάδα δεν κυβερνάται πια. Απλώς παρατείνει τη στασιμότητά της. Το «επιτελικό κράτος» έγινε γραφείο δημοσίων σχέσεων, η θεσμική ευθύνη αντικαταστάθηκε από την επικοινωνιακή σκηνοθεσία, η πολιτική λογοδοσία από την αλαζονεία της εξουσίας. Οι πολίτες κουράστηκαν να βλέπουν τη χώρα να γλιστρά σε έναν νέο τύπο παρακμής, πιο «μοντέρνο», πιο ήπιο, αλλά εξίσου επικίνδυνο.
Η παραίτηση του Μητσοτάκη δεν είναι πράξη ήττας, είναι πράξη εθνικής ευθύνης. Η παραμονή του παρατείνει το τέλμα. Η αποχώρηση του μπορεί να σημάνει την αρχή μιας εθνικής επανεκκίνησης. Η Ελλάδα χρειάζεται εκλογές, όχι ως μέσο κομματικής επιβίωσης, αλλά ως διαδικασία αποκατάστασης της Δημοκρατίας. Να μιλήσει ξανά ο λαός, να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη, να επιστρέψει η πολιτική στη θέση της.
Η Ιστορία πράγματι επαναλαμβάνεται, αλλά κάθε εποχή έχει τη δική της ευθύνη. Ο Τσίπρας κυβέρνησε με ψευδαισθήσεις, με σύνθημα την «ελπίδα» που κατέληξε σε μνημόνιο. Ο Μητσοτάκης κυβέρνησε με υπεροψία, με σημαία την «αριστεία» που μετατράπηκε σε αυλή. Ο πρώτος πούλησε όνειρα. Ο δεύτερος πούλησε εικόνα. Και οι δύο, στο τέλος, αποδείχθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων. Γιατί η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από σωτήρες ή διαφημιστές. Έχει ανάγκη από ηγέτες με ψυχή, με ρίζες, με αίσθηση του ιστορικού βάρους των επιλογών τους. Η χώρα δεν αντέχει άλλο τον φαύλο κύκλο της αλαζονείας που ντύνεται με το ένδυμα του «εκσυγχρονισμού». Χρειάζεται πίστη, έργο και αλήθεια.
Η παραίτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν είναι ήττα, είναι καθήκον. Είναι η αρχή μιας εθνικής ανασύνταξης που πρέπει να γίνει πριν η αποσύνθεση γίνει μόνιμη κατάσταση. Η Ελλάδα χρειάζεται εκλογές όχι ως μηχανισμό απονομής εξουσίας, αλλά ως πράξη εθνικής αυτογνωσίας. Για να ξαναμιλήσει ο λαός, για να ακουστεί ξανά η φωνή των πολιτών που αισθάνονται προδομένοι, περιφρονημένοι, αόρατοι. Η επόμενη μέρα δεν μπορεί να χτιστεί πάνω σε μηχανισμούς και επιτελεία. Πρέπει να χτιστεί πάνω στην αλήθεια, τη συμμετοχή, και την πίστη σε μια πατρίδα που δεν θα διοικείται από συμβούλους επικοινωνίας, αλλά θα εμπνέεται από ανθρώπους με ήθος και ευθύνη.
Γιατί η Πατρίδα δεν είναι εταιρεία να τη διευθύνουν μάνατζερ. Είναι μνήμη και αγώνας, είναι χρέος και πίστη. Κι εκείνος που δεν μπορεί να εμπνεύσει ενότητα, δεν έχει το δικαίωμα να κυβερνά. Η Ελλάδα πρέπει να ξαναγίνει εθνική υπόθεση, όχι project δημοσίων σχέσεων. Πρέπει να ξαναβρεί τη φωνή της, να ξαναθυμηθεί τον εαυτό της. Ώρα, λοιπόν, για εθνική παραίτηση, όχι από την ευθύνη, αλλά από τη μετριότητα. Ώρα να ξαναπάρουμε πίσω τη Δημοκρατία μας, τη φωνή μας, και το μέλλον μας. Γιατί τούτη η Πατρίδα δεν αξίζει να τη διαχειρίζονται, αξίζει να την υπηρετούν.

