Απαγόρευση μετακίνησης και εγκατάστασης στο νέο οικογενειακό δίκαιο; Γεγονός ή κινδυνολογία;
Γράφει η Φωτεινή Ν. Σόφτη, Νομικός
Μήπως στην προσπάθειά μας να λύσουμε τα σημερινά μας προβλήματα νομοθετούμε ακρωτηριάζοντας τα ατομικά δικαιώματα των επόμενων γενεών ακόμα και αυτών των ίδιων των παιδιών των οποίων θεωρητικά εξυπηρετούμε το συμφέρον , με τις νέες ρυθμίσεις;
Το νομοσχέδιο για το νέο οικογενειακό δίκαιο έχει ανακοινωθεί και θα βρίσκεται σε δημόσια διαβούλευση μέχρι και την 1η Απριλίου 2021.
Ένα από τα άρθρα του οποίου προτείνεται η τροποποίηση δυνάμει του ως άνω Νομοσχεδίου, είναι και το άρθρο 1519 του Αστικού κώδικα που αφορά στην αλλαγή κατοικίας του παιδιού , όταν αυτή επηρεάζει το δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα με τον οποίο δεν διαμένει . Σε αυτή την περίπτωση (με βάση την προτεινόμενη τροποποίηση) απαιτείται η συναίνεση του άλλου γονέα άλλως απόφαση του δικαστηρίου.
Σε μια πρώτη ανάγνωση, η ρύθμιση δε φαίνεται καθόλου παράλογη αφού η αλλαγή κατοικίας του τέκνου, είναι λογικό να αποφασίζεται από κοινού από τους δύο γονείς και σε περίπτωση διαφωνίας τους να αποφασίζει το δικαστήριο. Καθόλα λογική φαίνεται και η προστασία του δικαιώματος επικοινωνίας του γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, δικαίωμα επικοινωνίας, την άσκηση του οποίου, θα δυσχεράνει η μετοίκηση σε μεγάλη απόσταση από την πόλη στην οποία διέμενε το τέκνο και όπου κατά κανόνα βρισκόταν η οικογενειακή στέγη.
Σε μία δεύτερη ανάγνωση όμως διερωτάται κανείς ποια ήταν η προηγούμενη ρύθμιση και γιατί έπρεπε να τροποποιηθεί, καθώς και ποιες οι επιπτώσεις της ρυθμίσεως αυτής σε περιπτώσεις που ο γονέας στον οποίο έχει ανατεθεί η επιμέλεια πρέπει να μετοικήσει για λόγους εργασίας, υγείας, εκπαίδευσης ή ακόμα και να απομακρυνθεί από ένα νοσηρό περιβάλλον βίας και κακοποίησης ; Γιατί δεν προβλέπονται άραγε εξαιρέσεις από τον κανόνα και γιατί δεν προβλέπονται οδηγίες προς το δικαστή όπως σε άλλα άρθρα του ίδιου νομοσχεδίου ; Μήπως προσανατολιζόμαστε σε μία οριζόντια, καθολική και άκαμπτη απαγόρευση που λαμβάνει υπόψιν μόνον το δικαίωμα επικοινωνίας του ενός γονέα και τίποτα άλλο πέραν τούτου ;
Προβληματισμοί ανακύπτουν και σε σχέση με το συνταγματικά κατοχυρωμένο ατομικό δικαίωμα μετακίνησης και εγκατάστασης των γονέων που εκτός από γονείς παραμένουν υποκείμενα δικαίου, Έλληνες αλλά και ευρωπαίοι πολίτες των οποίων το δικαίωμα μετακίνησης εγκατάστασης εργασίας και συναφούς με τα ανωτέρω ανάπτυξη της προσωπικότητας προστατεύεται και μάλιστα ως θεμέλιο των δημοκρατικών και φιλελεύθερων κοινωνιών και πολιτευμάτων.
Προστατεύεται δε ρητά, όχι μόνο από το ελληνικό Σύνταγμα άλλα και από τα Συντάγματα όλων των ευρωπαϊκών χωρών αλλά και από την διεθνή και ευρωπαϊκή νομοθεσία, της τελευταίας μάλιστα, αποτελώντας ακρογωνιαίο λίθο
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή
Η καθολική απαγόρευση μετακίνησης, δεν προτείνεται το πρώτον τώρα με το νέο νομοσχέδιο που βρίσκεται σε δημόσια διαβούλευση, αλλά έχει ήδη θεσμοθετηθεί.
Το καλοκαίρι του 2020 και συγκεκριμένα στις 31 Ιουλίου με επείγουσα τροπολογία και χωρίς δημόσια διαβούλευση τροποποιήθηκε το άρθρο 1519 του Αστικού Κώδικα. Τα σημεία που προκάλεσαν την έκπληξη του νομικού κόσμου είναι τα εξής: πρώτον ο χρόνος, δεύτερον η επείγουσα χωρίς διαβούλευση τροποποίηση (όχι οποιουδήποτε νόμου αλλά του Αστικού Κώδικα ενός από τα σημαντικότερα νομοθετήματα που αποτελεί και τον καταστατικό χάρτη της αστικής μας ζωής) και τρίτον το γεγονός είχε ήδη είχε εξαγγελθεί στο πλαίσιο της επερχόμενης τροποποίησης του Οικογενειακού Δικαίου συνολικά, επομένως για ποιο λόγο η κατεπείγουσα τροποποίηση ενός συγκεκριμένου άρθρου εν τω μέσω του καλοκαιριού ;
Η αρχική λοιπόν τροποποίηση που έλαβε χώρα 31 Ιουλίου 2020 προέβλεπε ότι για την αλλαγή κατοικίας του τέκνου απαιτείται η συναίνεση του γονέα με τον οποίο δεν διαμένει άλλως οριστική απόφαση Δικαστηρίου γεγονός που από μόνο του συνιστούσε καθολική απαγόρευση στην μετακίνηση όλων των γονέων που είχαν αναλάβει την επιμέλεια ανήλικων τέκνων μέχρι σήμερα, από την πόλη στην οποία διέμεναν, για χρονικό διάστημα μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης δικαστηρίου, που μπορεί να φτάνει και τη διετία !!!
Η διάταξη κατακρίθηκε ως υπέρμετρα δεσμευτική, παρά ταύτα η ρύθμιση επαναλαμβάνεται στο νέο νομοσχέδιο με τη μόνη διαφορά ότι για την μετοίκηση του γονέα που έχει την επιμέλεια απαιτείται πλέον απόφαση όχι όμως οριστική πράγμα που φρονούμε ότι μας επιτρέπει την ερμηνεία ότι αρκεί και απόφαση ασφαλιστικών μέτρων.
Ποια ήταν όμως η προηγούμενη ρύθμιση και υπήρχε πραγματική ανάγκη να θεσμοθετηθεί ένα τόσο δεσμευτικό μετρό απαγόρευσης μετοίκησης των γονέων που έχουν την επιμέλεια ανήλικων τέκνων ;
Κατά τα μέχρι τώρα ισχύοντα (για την ακρίβεια τα μέχρι 31 Ιουλίου 2020 ισχύοντα) το ανήλικο παιδί είχε ως κατοικία την κατοικία του γονέα με τον οποίο διέμενε. Ο γονέας αυτός είχε καταρχήν την δυνατότητα μετακίνησης και εγκατάστασης σε τόπο διαφορετικό από την από την οικογενειακή στέγη ή τον τόπο στον οποίο διέμενε όχι όμως χωρίς περιορισμούς. Έτσι ο Δικαστής μπορούσε να απαγορεύσει την μετοίκηση εφόσον έκρινε ότι δεν υφίσταντο λόγοι που να την δικαιολογούν και κυρίως εφόσον έκρινε ότι δεν εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου από την μετοίκηση αυτή. Ακολούθως στις περιπτώσεις αυτές, η μετακίνηση του γονέα που έχει την επιμέλεια του τέκνου, μπορούσε να θεωρηθεί από το Δικαστήριο ως κακή άσκηση της γονικής μέριμνας και να οδηγήσει είτε σε αφαίρεση της γονικής μέριμνας είτε και ανάθεση της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου στον άλλο γονέα εφόσον αυτός το επιθυμούσε και το Δικαστήριο έκρινε ότι είναι κατάλληλος προς τούτο.
Οι σχετικές αποφάσεις Δικαστηρίων τόσο των Αθηνών όσο και των Δικαστηρίων της περιφέρειας βρίσκονται δημοσιευμένες και εύκολα μπορεί να τις αναζητήσει κανείς στο διαδίκτυο και στις τράπεζες νομικών πληροφοριών
Ο Δικαστής βεβαίως φαίνεται να λαμβάνει υπόψιν του τόσο το άρθρο 5 του Συντάγματος όσο και τις διεθνείς συνθήκες και το ευρωπαϊκό δίκαιο και να μην καταλήγει αβασάνιστα στην απαγόρευση μετοίκησης του γονέα που έχει αναλάβει την επιμέλεια ανηλίκου, παρά μόνο εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω λόγοι.
Διερωτάται λοιπόν κάνεις εφόσον το νομικό μας πλαίσιο ήταν επαρκέστατο και έδινε κάθε δυνατότητα στον Έλληνα Δικαστή να απαγορεύσει την μετακίνηση και εγκατάσταση σε άλλη πόλη του γονέα που έχει την επιμέλεια ανηλίκου τέκνου, όταν το έκρινε αναγκαίο, ποιος ήταν ο λόγος να τροποποιηθεί και μάλιστα επειγόντως μέσα στο καλοκαίρι το σχετικό άρθρο και να επιβληθεί μία οριζόντια , άκριτη και καθολική απαγόρευση μετακινήσεως όλων των γονέων που έχουν την επιμέλεια ανηλίκων τέκνων, χωρίς μάλιστα καμιά οδό διαφυγής, δεδομένου ότι η αρχική τροποποίηση απαιτεί οριστική απόφαση για την μετακίνηση τους !
Μάλιστα στην εισηγητική έκθεση της εν λόγω επείγουσας τροπολογίας, αναφέρεται η συμμόρφωση με σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης, την οποία όμως αν αναζητήσει κανείς δεν θα βρει κάπου επαρκή δικαιολογητική βάση για την ρύθμιση. Άλλωστε είναι γνωστό στους νομικούς, ότι η Ευρώπη ασχολείται με ζητήματα ισότητας των φύλων , δεν παρεμβαίνει όμως σε θέματα οικογενειακού δικαίου τα οποία θεωρεί αρμοδιότητα των κρατών μελών και μόνον, αν και κατά κόρον διαβάζουμε σήμερα το αντίθετο από μερίδα αρθρογράφων που χωρίς να είναι νομικοί παρουσιάζονται εντούτοις πεπεισμένοι ότι η Ευρώπη μας υποδεικνύει το πως θα τροποποιήσουμε τους θεσμούς του οικογενειακού μας δικαίου !
Συνοψίζοντας λοιπόν ο Νομοθέτης μας έκρινε για κάποιο λόγο ανεπαρκή τη ρύθμιση που επέτρεπε καταρχήν την μετακίνηση των πολιτών και έδινε στο δικαστή το δικαίωμα να την απαγορεύσει και έκρινε πιο λογικό να επιβληθεί η καταρχάς καθολική απαγόρευση μετακίνησης με ευχέρεια στο δικαστή να την επιτρέψει ;
Ξετυλίγεται λοιπόν σιγά-σιγά η προβληματική μία άκρως επικίνδυνης για τις ατομικές ελευθερίες διατάξεως που ενώ στην αρχή φαίνεται να εξυπηρετεί το έννομο συμφέρον του γονέα που δεν διαμένει με το τέκνο να μην εμποδιστεί η επικοινωνία του με αυτό, εντούτοις ο τρόπος με τον οποίο έλαβε χώρα η τροποποίηση καθώς και η σύγκριση της νέας ρύθμισης με την με την προηγούμενη, οδηγούν σε πολλούς προβληματισμούς και σε πολλών ειδών συμπεράσματα.
Ποια είναι τα αποτελέσματα της διάταξης και ποιοι θα θιγούν περισσότερο απ’ αυτήν ; Κέντρο της ρητορικής των προτεινόμενων αλλαγών αποτελούσε, το μεγάλο αριθμητικά ποσοστό, απόδοσης της επιμέλειας των ανήλικων τέκνων στις μητέρες, επομένως η ρύθμιση προσανατολίζεται εκ των πραγμάτων στο να απαγορεύσει την μετακίνηση γυναικών, ακόμα και εντός της Ελληνικής επικράτειας . Κατά την άποψη μας , η διάταξη επηρεάζει κυρίως τις γυναίκες ελεύθερους επαγγελματίες που πρέπει να αποδεχθούν ότι οι εργασιακές τους επιλογές εξαρτώνται πλέον από τον πρώην σύντροφο ή σύζυγο τους και οι επιλογές εύρεσης εργασίας και καριέρας στενεύουν απελπιστικά αφού καμία θέση εργασίας στον ιδιωτικό τομέα δεν περιμένει την έκβαση Δικαστικών διενέξεων για να καταληφθεί.
Μήπως μια τέτοια υπέρμετρη δέσμευση, συνοδεύεται με γενναία επιδόματα, βοήθεια στο σπίτι, επιδότηση ενοικίου και μηνιαία επιχορήγηση για τις άνεργες μητέρες ; Πώς αντισταθμίζει δηλαδή η πολιτεία τον εγκλωβισμό των γονέων αυτών που στην πλειοψηφία τους είναι γυναίκες ;
Πώς συνδυάζεται η πολιτική αυτή με την απόφαση της κυβέρνησης για δημιουργία Γραμματείας Δημογραφικής Πολιτικής ; Θα είναι άραγε μία εύκολη απόφαση για την οποιαδήποτε γυναίκα στο μέλλον να παντρευτεί και να κάνει παιδιά μακριά από την γενέτειρα της όταν γνωρίζει ότι ενδεχόμενη διακοπή της συμβίωσης της με το σύζυγό ή σύντροφο της μπορεί να συνεπάγεται σοβαρούς περιορισμούς που αφορούν στις μελλοντικές προσωπικές, επαγγελματικές και λοιπές επιλογές της ;
Μήπως τελικώς η όλη ρύθμιση καταλήξει τελικώς (παρά τις πιθανότατα αγαθές προθέσεις του Νομοθέτη) σε ένα είδος εκβιασμού ότι θα πρέπει να αποφασίσει ο γονέας ανάμεσα στην εργασία την καριέρα και τα παιδιά του ; Μήπως ο κατάλληλος γονέας κρίνεται ξαφνικά ακατάλληλος για την επιμέλεια όταν αποφασίζει να μετοικήσει και πώς αυτό εξυπηρετεί το συμφέρον των παιδιών ; Τι θα συμβεί στην περίπτωση που ο άλλος γονέας, με τον οποίο δεν διαμένουν τα παιδιά και αντιλέγει στην μετοίκηση, δεν επιθυμεί ή για αντικειμενικούς λόγους δε δύναται να αναλάβει την καθημερινή φροντίδα παρά μόνο επιθυμεί να έχει μία καλή επικοινωνία μαζί τους ;
Το θέμα αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον αν αναλογιστεί κανείς την ρητορική περί ισότητας που συνοδεύει το νέο νομοσχέδιο και αν συνυπολογίσει κάνεις ότι τα ποσοστά ανεργίας των γυναικών είναι συντριπτικά μεγαλύτερα από αυτά των αντρών καθώς και ότι η ενδοοικογενειακή βία βρέθηκε σε έξαρση με τα περιοριστικά μέτρα της πανδημίας.
Η διάταξη ερμηνεύθηκε ευθύς εξ αρχής από γυναικείες οργανώσεις και σωματεία προστασίας του παιδιού, ως διάταξη που θα εντείνει την ενδοοικογενειακή βία και θα επιτρέψει είναι επικίνδυνο πισωγύρισμα των οικογενειακών και διαπροσωπικών σχέσεων στην εποχή της πατριαρχίας, αφού οι γυναίκες, είτε θα αποθαρρύνονται στο να ζητήσουν διαζύγιο είτε όταν συνειδητοποιήσουν τον αντίκτυπο της ρύθμισης αυτής της ζωή τους, θα πρέπει να αποφεύγουν την οποιαδήποτε μετακίνηση μακριά από την πόλη που κατοικούν οι ίδιες και η πατρική οικογένεια τους,
Σε κάθε περίπτωση φρονούμε ότι τα κίνητρα της μετοίκησης των πολιτών είναι πολυπαραγοντικά και οι λόγοι για τους οποίους μετακινούνται οι άνθρωποι και εγκαθίστανται εκ νέου σε άλλη περιοχή, πολυσχιδείς και αφορούν την εξέλιξη τους σε όλους τους τομείς, εργασιακούς μορφωτικούς, προσωπικούς, ακόμη και την ανάγκη απομάκρυνσης από το νοσηρό περιβάλλον μιας κακής διαπροσωπικής σχέσης ή μιας τοπικής κοινωνίας εχθρικής προς τους ¨ξένους¨ μετά το διαζύγιο και τέλος από την ανάγκη απομάκρυνσης από ένα βίαιο και κακοποιητικό περιβάλλον . Τι όμως από αυτά φαίνεται να λαμβάνονται υπ΄οψιν στη νέα ρύθμιση;
Πρόκειται για μία διάταξη που στο βωμό της εξυπηρέτησης της επικοινωνίας του γονέα με το ανήλικο τέκνο του, θυσιάζει μια σειρά από ατομικά δικαιώματα και ελευθερίες και πρωτίστως παραγνωρίζει ότι το παιδί θα μεγαλώσει και εκείνο και θα αποτελέσει κάποια στιγμή ενήλικα πολίτη αυτής της χώρας, τις ατομικές ελευθερίες του οποίου επίσης θα έχουμε ακρωτηριάσει. Μήπως στην προσπάθειά μας να λύσουμε τα σημερινά μας προβλήματα νομοθετούμε ακρωτηριάζοντας τα ατομικά δικαιώματα των επόμενων γενεών ακόμα και αυτών των ίδιων των παιδιών που θεωρητικά εξυπηρετούμε το συμφέρον τους με τις νέες ρυθμίσεις
Τέλος προκαλεί τουλάχιστον εντύπωση το γεγονός ότι μία τέτοια ρύθμιση ψηφίζεται από φιλελεύθερη κυβέρνηση στο κέντρο της πολιτικής και κοινωνικής φιλοσοφίας της οποίας είναι το θεμελιώδες δικαίωμα για μετακίνηση εγκατάσταση, εργασία και ανάπτυξη της προσωπικότητας, πλην όμως αυτό φαίνεται να υποχωρεί όταν στη άλλη πλευρά της ζυγαριάς τίθεται η διατάραξη της επικοινωνίας με τον γονέα και μάλιστα χωρίς εξαιρέσεις και χωρίς η πολιτεία να έχει προβλέψει οποιοδήποτε αντίβαρο.
Φρονούμε ότι η ρύθμιση αυτή όπως και μια σειρά ρυθμίσεων του νέου νομοσχεδίου διατυπώθηκαν πρόχειρα αποσπασματικά και με φωτογραφικού τύπου στόχευση και δεν υποβλήθηκαν στην βάσανο πραγματικών περιστατικών ευρέος φάσματος οικογενειακών υποθέσεων. Σίγουρα δεν αντιμετωπίστηκαν υπό το πρίσμα περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας και κακοποίησης ανηλίκων και τέλος δεν συνάδουν ούτε συνεργάζονται κατά κανένα τρόπο με πολιτικές προτεραιότητες της κυβέρνησης όπως αυτή της επίλυσης του δημογραφικού προβλήματος .
Τέλος η διάταξη σίγουρα δεν προάγει την ισότητα των φύλων ούτε και εξυπηρετεί το συμφέρον του τέκνου το οποίο κινδυνεύει να μετατρέψει σε εργαλείο αντεκδίκησής απειλής και πίεσης κατά του γονέα που καλώς η κακώς έχει ήδη κριθεί κατάλληλος είτε από το δικαστήριο είτε από τον άλλο γονέα για να αναλάβει την επιμέλεια του. Για να αμβλυνθούν οι δυσμενείς επιπτώσεις μιας τέτοιας διάταξης θα πρέπει κατ΄ ελάχιστον να προσδιοριστεί ότι ο δικαστής εκτός από την επίδραση στο δικαίωμα επικοινωνίας θα πρέπει να λαμβάνει υπόψιν του ζητήματα εργασίας, εκπαίδευσης και υγείας του γονέα που αιτείται την μετοίκηση καθώς και λόγους ενδοοικογενειακής βίας που πιθανώς να την υπαγορεύουν.
Σε κάθε άλλη περίπτωση ευελπιστούμε ότι ο διάχυτος και παρεμπίπτων έλεγχος της αντισυνταγματικότητας που ισχύει στην έννομη τάξη μας, θα δώσει σε βάθος χρόνου την λύση.