Άμυνα χωρίς αλήθεια δεν είναι αποτροπή
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Με αφορμή την άφιξη του «Κίμωνος», μίας εκ των φρεγατών Belharra, ξεχύθηκαν, όπως σχεδόν πάντα, οι κονδυλοφόροι της εξουσίας για να υμνήσουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη και την κυβέρνηση του. Άρθρα αυτάρεσκα, γεμάτα θριαμβολογίες, επιχειρούν να κατασκευάσουν ένα αφήγημα εθνικής ανάτασης, ενώ ταυτόχρονα στοχοποιούν όσους τολμούν να ασκήσουν αυστηρή κριτική, ιδίως στην εξωτερική πολιτική. Σχεδόν μας εγκαλούν γιατί δεν σιωπούμε, γιατί δεν σκεπάζουμε τα λάθη στο όνομα μιας κατασκευασμένης εθνικής ομοψυχίας.
Ίσως, όπως έγραφε ο Πολύβιος, να μας κατηγορήσουν ότι γράφουμε με κακεντρέχεια, εμείς που, υποτίθεται, είχαμε καθήκον να σκεπάζουμε τα λάθη των Ελλήνων. Όμως οι συνετοί άνθρωποι, κατά τον ίδιο αρχαίο έλληνα μεγάλο ιστορικό, δεν θεωρούν ποτέ γνήσιο φίλο εκείνον που φοβάται τις ξεκάθαρες κουβέντες, ούτε παραδέχονται ως αξιόπιστο ιστορικό όποιον εκτιμά οτιδήποτε περισσότερο από την αλήθεια. Διότι σκοπός δεν είναι η πρόσκαιρη ευχαρίστηση των αναγνωστών, αλλά να βάζουν μυαλό, ώστε να μη γίνονται ξανά τα ίδια λάθη. Αυτό ακριβώς είναι το καθήκον της σοβαρής πολιτικής κριτικής σήμερα.
Κάθε ενίσχυση της εθνικής άμυνας είναι, λοιπόν, αναγκαία και θετική. Οι Belharra συνιστούν αναβάθμιση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων των Ενόπλων Δυνάμεων. Όμως η αποτροπή δεν εξαντλείται στους εξοπλισμούς. Είναι πρωτίστως ζήτημα πολιτικής αξιοπιστίας. Όταν ενισχύεις τα μέσα, αλλά ταυτόχρονα εκπέμπεις αντιφατικά και συγκεχυμένα μηνύματα στα κρίσιμα εθνικά μέτωπα, η αποτρεπτική ισχύς αποδυναμώνεται. Η Ελλάδα δεν αρκεί να δείχνει ισχυρή, οφείλει να είναι σαφής. Και η σαφήνεια προϋποθέτει κόκκινες γραμμές που δεν θολώνουν στο όνομα μιας επίπλαστης «ηρεμίας».
Η Ελλάδα υπήρξε πυλώνας σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο όταν μιλούσε με αυτοπεποίθηση και καθαρό λόγο, όχι όταν διαχειριζόταν τα εθνικά θέματα με όρους επικοινωνιακής σκοπιμότητας. Οι σχέσεις καλής γειτονίας δεν οικοδομούνται στη μονομερή αυτοσυγκράτηση, αλλά στον αμοιβαίο σεβασμό. Η αναβάθμιση των Ενόπλων Δυνάμεων αποκτά πραγματικό νόημα μόνο όταν συνοδεύεται από εθνική στρατηγική που δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης ούτε στους συμμάχους ούτε στους αντιπάλους.
Σε αυτό το σημείο, η κυβερνητική ρητορική αποκαλύπτει μια επικίνδυνη αντίφαση. Η πολιτική του «δε με νοιάζει να με πουν μειοδότη» καταλήγει σε μια διαλεκτική λόγων χωρίς αντίκρισμα πράξεων. Η πρόσφατη δήλωση του υπουργού Εξωτερικών από το βήμα της Βουλής ότι «θα έρθει η επέκταση των χωρικών υδάτων, όπως ήρθαν τα θαλάσσια πάρκα», δεν αποπνέει αυτοπεποίθηση, αλλά υποκρισία. Διότι η Ελλάδα παραμένει εγκλωβισμένη σε μια στρατηγική που θυμίζει περισσότερο επικοινωνιακό παιχνίδι παρά πραγματική διπλωματική επιτυχία.
Πώς μπορούμε να μιλάμε για θαλάσσια πάρκα και μελλοντικές επεκτάσεις χωρικών υδάτων, όταν οι προκλήσεις στο Αιγαίο συνεχίζονται σχεδόν ατιμώρητες και η τουρκική στρατηγική εξελίσσεται ανενόχλητη; Ο κ. Γεραπετρίτης εμφανίζεται να χαμογελά μπροστά στην τουρκική επιθετικότητα, την ώρα που δεν καταγράφεται καμία ουσιαστική αντίδραση της ελληνικής διπλωματίας ούτε απέναντι στις κινήσεις της Άγκυρας στη Συρία ούτε στη συνολική της αναθεωρητική στρατηγική. Αντί για συγκεκριμένες ενέργειες υπεράσπισης της εθνικής κυριαρχίας, αναμασώνται εύκολες υποσχέσεις και αμφιλεγόμενοι διάλογοι.
Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης πιέζει αιφνιδιαστικά για συνάντηση με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν πριν από την έναρξη του Ραμαζανιού. Σύμφωνα με πληροφορίες που κυκλοφορούν στο διπλωματικό παρασκήνιο, φαίνεται να υπάρχει κατ’ αρχήν σύγκλιση, ή ακόμη και άτυπη συμφωνία, σε ζητήματα που αφορούν την ΑΟΖ και την Ανατολική Μεσόγειο. Μια δυναμική που, αν επιβεβαιωθεί, δεν αφορά μόνο τη διπλωματία, αλλά και τον πολιτικό σχεδιασμό της κυβέρνησης.
Υπό αυτό το πρίσμα, δεν μπορεί να αγνοηθεί το ενδεχόμενο η κυβέρνηση να επιδιώξει προσφυγή σε εθνικές εκλογές έως τον Μάιο του 2026, επικαλούμενη «εθνικούς λόγους» και θέτοντας ένα τεχνητό δίλημμα: σύγκρουση ή «ήρεμα νερά». Ένα δίλημμα που παραπέμπει ευθέως στη λογική της Συμφωνίας των Πρεσπών, όχι ως πράξη εθνικής στρατηγικής, αλλά ως εργαλείο πολιτικής κεφαλαιοποίησης μιας κρίσιμης και ενδεχομένως αμφισβητήσιμης διπλωματικής επιλογής.
Αν αυτός είναι ο τρόπος να «σφραγίσουμε» την ελληνική κυριαρχία, τότε κάτι θεμελιώδες έχει χαθεί στον προσανατολισμό της εξωτερικής μας πολιτικής. Σε τι ακριβώς θα βοηθήσουν οι Belharra, τα θαλάσσια πάρκα και οι συμφωνίες με την Αίγυπτο ή την Ιταλία, όταν το τουρκικό στρατηγικό παιχνίδι παραμένει άπιαστο για την Αθήνα; Η διπλωματία της κυβέρνησης μοιάζει ολοένα και περισσότερο με σάπια καραμέλα υποσχέσεων, ενώ η Ελλάδα παρακολουθεί αμήχανα τις τουρκικές επεκτατικές κινήσεις.
Γι’ αυτό και η αυστηρή κριτική δεν είναι ούτε κακεντρέχεια ούτε υπονόμευση. Είναι πατριωτικό καθήκον. Όχι απέναντι στην κυβέρνηση, αλλά απέναντι στην αλήθεια και στο μέλλον της χώρας. Και όποιος φοβάται τις καθαρές κουβέντες, όπως μας προειδοποιεί ο Πολύβιος, δεν είναι φίλος της πατρίδας, αλλά φίλος της αυταπάτης.

