Η Εβδομάδα που δεν μας Είπαν XXIV
Γράφει ο Ρένος Δούκας
Κάθε εβδομαδιαία ανασκόπηση μιας κυβέρνησης είναι ευκαιρία απολογισμού. Όχι μόνο για όσα η ίδια επιλέγει να προβάλει. Κυρίως για όσα ζουν οι πολίτες κάθε μέρα. Γιατί η πολιτική δεν κρίνεται από την επικοινωνία. Δεν κρίνεται από τη συσσώρευση ανακοινώσεων, εγκαινίων και στατιστικών. Κρίνεται από το αν η χώρα γίνεται πραγματικά ισχυρότερη. Από το αν η οικονομία παράγει περισσότερο εθνικό πλούτο. Από το αν οι νέοι βρίσκουν λόγο να μείνουν στον τόπο τους. Από το αν οι οικογένειες μπορούν να ζήσουν με αξιοπρέπεια. Από το αν το κράτος υπηρετεί τον πολίτη και δεν τον εξαντλεί.
Η σημερινή ανασκόπηση επιχειρεί να παρουσιάσει μια εικόνα συνεχούς προόδου. Πίσω όμως από την κυβερνητική αφήγηση υπάρχει μια άλλη πραγματικότητα. Πιο σκληρή. Πιο καθημερινή. Πιο κοντά σε αυτό που βιώνει η κοινωνία. Αυτή την πραγματικότητα αξίζει να τη δούμε με νηφαλιότητα, θεσμική ευθύνη και μέτρο το εθνικό συμφέρον. Ας δούμε λοιπόν τα γεγονότα όπως είναι.
Η τραγωδία στη Θεσσαλονίκη δεν προσφέρεται ούτε για μικροκομματική εκμετάλλευση ούτε για επικοινωνιακή διαχείριση. Η τρομοκρατία και η πολιτική βία καταδικάζονται καθαρά, ανεξάρτητα από το ποιον χτυπούν και ποιοι τις διαπράττουν. Η Δημοκρατία οφείλει να είναι αμείλικτη απέναντι στους δολοφόνους. Όμως η αποφασιστικότητα δεν αποδεικνύεται με δηλώσεις μετά το έγκλημα. Αποδεικνύεται με πρόληψη, ισχυρές υπηρεσίες ασφαλείας και πραγματική εξάρθρωση των πυρήνων της βίας πριν θρηνήσουμε θύματα.
Η καταδίκη της βίας έχει αξία μόνο όταν συνοδεύεται από πολιτική συνέπεια. Η τοξικότητα δεν αντιμετωπίζεται επιλεκτικά. Δεν γίνεται να χρησιμοποιείται ως επιχείρημα μόνο όταν πλήττεται η εκάστοτε κυβέρνηση. Η πολιτική αντιπαράθεση χρειάζεται μέτρο. Αλλά η απαίτηση για λογοδοσία δεν είναι διχασμός. Είναι όρος της Δημοκρατίας. Όσο για το δημοψήφισμα του 2015, αποτελεί πράγματι μία από τις πιο οδυνηρές στιγμές της σύγχρονης ιστορίας μας. Αυτό όμως δεν απαλλάσσει τη σημερινή διακυβέρνηση από την υποχρέωση να απαντά στα σημερινά αδιέξοδα. Μια κυβέρνηση δεν μπορεί να ζητά διαρκώς νομιμοποίηση από τα λάθη των προηγούμενων.
Η πραγματικότητα δεν σταματά. Ούτε αλλάζει επειδή αλλάζει η αφήγηση γι’ αυτήν. Οι πολίτες κρίνουν πλέον από το αποτέλεσμα στην καθημερινότητά τους. Όχι από τις ανακοινώσεις των υπουργείων.
Στο μέτωπο της ακρίβειας, οι συμφωνίες κυρίων και οι προσωρινές δεσμεύσεις της αγοράς δεν συνιστούν οικονομική πολιτική. Όταν η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων παραμένει από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη, η διατήρηση των ίδιων υψηλών τιμών δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως επιτυχία. Δεν είναι επιτυχία να μένει ακριβή η ζωή και απλώς να μη γίνεται ακριβότερη για λίγες εβδομάδες. Το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται αλλού. Στο παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Στην εξάρτηση από εισαγωγές. Στο υψηλό ενεργειακό κόστος. Στη φορολογική επιβάρυνση που περνά τελικά στον καταναλωτή.
Η έκτακτη οικονομική ενίσχυση στις οικογένειες ασφαλώς ανακουφίζει προσωρινά. Κανείς δεν πρέπει να υποτιμά μια ανάσα σε ένα νοικοκυριό που πιέζεται. Όμως μια κοινωνία δεν μπορεί να χτίζει την προοπτική της πάνω σε επιδόματα. Οι νέες οικογένειες δεν ζητούν μόνο περιστασιακή ενίσχυση. Χρειάζονται σταθερές και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Χρειάζονται προσιτή στέγη. Χρειάζονται χαμηλότερη φορολογία. Χρειάζονται ουσιαστική στήριξη της μεσαίας τάξης. Αυτές είναι οι πολιτικές που αντιμετωπίζουν το δημογραφικό. Όχι οι παροχές που ανακοινώνονται, καταβάλλονται και μετά χάνονται μέσα στο μόνιμο κόστος της ζωής.
Οι πληρωμές προς τους αγρότες αποτελούν υποχρέωση του κράτους. Δεν αποτελούν κυβερνητική χάρη. Η ουσία είναι ότι ο πρωτογενής τομέας εξακολουθεί να πιέζεται από το αυξημένο κόστος παραγωγής, τις χαμηλές τιμές παραγωγού και την απουσία εθνικού σχεδίου αγροτικής ανάπτυξης. Η εξυγίανση των μηχανισμών πληρωμών είναι αναγκαία. Αλλά δεν αρκεί. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι μόνο αν πληρώνονται οι αγρότες εγκαίρως. Είναι αν μπορούν να συνεχίσουν να παράγουν. Είναι αν η ελληνική ύπαιθρος μπορεί να ζήσει ή αν θα συνεχίσει να συρρικνώνεται.
Η αποκατάσταση αδικιών στις συντάξεις χηρείας είναι θετική. Αφορά ανθρώπους που βρέθηκαν σε δύσκολη θέση και δικαιούνται καθαρή αντιμετώπιση από το κράτος. Αξίζει όμως να αναρωτηθεί κανείς γιατί χρειάστηκαν τόσα χρόνια για να διορθωθεί μια αδικία που ήταν γνωστή από την πρώτη στιγμή. Η κοινωνική δικαιοσύνη δεν μπορεί να εφαρμόζεται αποσπασματικά. Ούτε μπορεί να παρουσιάζεται ως γενναιοδωρία της κυβέρνησης όταν αφορά στοιχειώδη δικαιώματα των πολιτών.
Η αντιστροφή του brain drain είναι ασφαλώς θετική εξέλιξη, εφόσον επιβεβαιώνεται σταθερά και όχι περιστασιακά. Το πραγματικό όμως ερώτημα δεν είναι μόνο πόσοι επιστρέφουν. Είναι πού επιστρέφουν. Σε τι είδους δουλειές. Με ποιες αποδοχές. Με ποια προοπτική εξέλιξης. Σε ποιους κλάδους. Σε ποια παραγωγική βάση. Γιατί αν ένας νέος επιστρέφει σε μισθούς που δεν του επιτρέπουν αξιοπρεπή διαβίωση, η χώρα δεν έχει λύσει το πρόβλημα. Απλώς έχει αλλάξει τη στατιστική του μορφή.
Η επιστροφή των νέων θα κριθεί τελικά από την ποιότητα της οικονομίας. Όχι μόνο από τους αριθμούς. Θα κριθεί από το αν η Ελλάδα μπορεί να προσφέρει θέσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας, σοβαρούς μισθούς, φορολογική σταθερότητα και πραγματική επαγγελματική προοπτική. Οι άνθρωποι δεν γυρίζουν για να ακούσουν συνθήματα. Γυρίζουν όταν μπορούν να χτίσουν ζωή.
Κάθε ανακαίνιση νοσοκομείου είναι καλοδεχούμενη. Οι υποδομές έχουν σημασία. Οι ασθενείς και οι εργαζόμενοι αξίζουν καλύτερους χώρους. Όμως το ΕΣΥ δεν αξιολογείται από τα εγκαίνια. Αξιολογείται από την καθημερινότητα των ασθενών. Από τις λίστες αναμονής. Από τις ελλείψεις προσωπικού. Από το αν ένας πολίτης στην επαρχία ή σε ένα νησί έχει πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας χωρίς να αισθάνεται εγκαταλελειμμένος. Οι τοίχοι χρειάζονται. Αλλά χωρίς γιατρούς, νοσηλευτές και σωστή οργάνωση, οι τοίχοι δεν κάνουν σύστημα υγείας.
Η αυξημένη συμμετοχή στις προκηρύξεις γιατρών είναι ενθαρρυντικό στοιχείο. Δείχνει ότι κάτι μπορεί να κινείται. Όμως το γεγονός ότι εκατοντάδες θέσεις παραμένουν κενές σε ακριτικές και νησιωτικές περιοχές αποδεικνύει ότι τα κίνητρα δεν επαρκούν. Η ισότιμη πρόσβαση όλων των πολιτών στην υγεία παραμένει ζητούμενο. Και αυτό δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι ζήτημα κοινωνικής συνοχής και εθνικής παρουσίας στην περιφέρεια.
Η μείωση των εκκρεμών χειρουργείων αποτελεί θετική εξέλιξη. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι στηρίχθηκε σε σημαντικό βαθμό σε έκτακτους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης. Άρα το κρίσιμο ερώτημα είναι απλό. Τι θα συμβεί όταν αυτοί οι ευρωπαϊκοί πόροι τελειώσουν; Μια μεταρρύθμιση που στηρίζεται σε έκτακτη χρηματοδότηση πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να σταθεί και μετά. Διαφορετικά, δεν είναι δομική αλλαγή. Είναι προσωρινή ενίσχυση ενός συστήματος που εξακολουθεί να πιέζεται.
Η μεταρρύθμιση στην Τοπική Αυτοδιοίκηση μπορεί να απλουστεύει διαδικασίες. Αυτό είναι χρήσιμο. Όμως η πραγματική αυτοτέλεια των δήμων και των περιφερειών δεν εξαντλείται στις εκλογικές ρυθμίσεις. Η Αυτοδιοίκηση εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το κεντρικό κράτος για πόρους, προσωπικό και αρμοδιότητες. Χωρίς ουσιαστική αποκέντρωση, οι αλλαγές κινδυνεύουν να μείνουν διοικητικές. Να αλλάξουν τη διαδικασία, αλλά όχι τη δυνατότητα των τοπικών αρχών να λύνουν προβλήματα.
Η ηλεκτρική διασύνδεση των Κυκλάδων αποτελεί έργο στρατηγικής σημασίας. Πρέπει να ολοκληρωθεί. Μειώνει εξαρτήσεις, ενισχύει την ασφάλεια εφοδιασμού και μπορεί να βελτιώσει την ενεργειακή λειτουργία των νησιών. Όμως η ενεργειακή πολιτική συνολικά εξακολουθεί να επιβαρύνει νοικοκυριά και επιχειρήσεις με υψηλό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας. Και όσο το ρεύμα παραμένει ακριβό, η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας περιορίζεται. Δεν μπορείς να μιλάς για παραγωγική ανασυγκρότηση με ενεργειακό κόστος που στραγγαλίζει την παραγωγή.
Η δημιουργία κατοικιών για δημόσιους λειτουργούς στα νησιά αντιμετωπίζει ένα πραγματικό πρόβλημα. Γιατροί, δάσκαλοι, αστυνομικοί, πυροσβέστες και άλλοι εργαζόμενοι δεν μπορούν να υπηρετήσουν αξιοπρεπώς σε περιοχές όπου η στέγη έχει γίνει απαγορευτική. Όμως αυτή η παρέμβαση είναι και παραδοχή αποτυχίας. Παραδοχή ότι το κόστος στέγασης έχει ξεπεράσει τις δυνατότητες χιλιάδων εργαζομένων. Η στεγαστική κρίση απαιτεί συνολική στρατηγική. Όχι μόνο αποσπασματικές λύσεις για κατηγορίες προσωπικού που πιέζονται περισσότερο.
Οι κανόνες για τα ηλεκτρικά πατίνια είναι αναγκαίοι. Η πόλη δεν μπορεί να λειτουργεί χωρίς κανόνες. Η οδική ασφάλεια όμως δεν διασφαλίζεται μόνο με πρόστιμα. Απαιτείται εκπαίδευση, κατάλληλες υποδομές και ουσιαστική αστυνόμευση. Αλλιώς οι κανόνες μένουν στο χαρτί και η καθημερινότητα συνεχίζει να παράγει κινδύνους για πεζούς, οδηγούς και χρήστες μικροκινητικότητας.
Το Ψηφιακό Φροντιστήριο αποτελεί χρήσιμη συμπληρωματική υπηρεσία. Μπορεί να βοηθήσει μαθητές που δεν έχουν εύκολη πρόσβαση σε στήριξη. Μπορεί να μειώσει κάποιες ανισότητες. Δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει την ανάγκη για δημόσιο σχολείο που παρέχει από μόνο του όλες τις γνώσεις που χρειάζονται οι μαθητές. Η κανονικότητα δεν είναι να χρειάζεται ο μαθητής εξωτερική ενίσχυση, ψηφιακή ή ιδιωτική, για να σταθεί στις απαιτήσεις του συστήματος. Η κανονικότητα είναι ένα σχολείο που διδάσκει καλά μέσα στην τάξη.
Οι αλλαγές στο σχολικό δίκτυο και η ενίσχυση της ειδικής αγωγής κινούνται προς θετική κατεύθυνση. Η ειδική αγωγή είναι δείκτης πολιτισμού και κρατικής σοβαρότητας. Όμως η παιδεία χρειάζεται κυρίως ποιοτικό περιεχόμενο, αξιολόγηση, σύνδεση με την παραγωγή και καλλιέργεια εθνικής και ιστορικής συνείδησης. Οι διοικητικές μεταβολές από μόνες τους δεν αρκούν. Το σχολείο δεν υπάρχει για να παράγει απλώς διαχειρίσιμες ροές μαθητών. Υπάρχει για να μορφώνει πολίτες, να χτίζει χαρακτήρες και να δίνει στη χώρα ανθρώπους με γνώση, κρίση και ρίζες.
Η επαναλειτουργία του Αρχαιολογικού Μουσείου Άργους υπενθυμίζει τη σημασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Κάθε τέτοιο έργο έχει αξία. Ο πολιτισμός όμως δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μόνο ως έργο υποδομών ή τουριστικό προϊόν. Είναι στοιχείο της εθνικής μας ταυτότητας. Οφείλει να συνδέεται με την παιδεία, την ιστορική μνήμη και τη διαμόρφωση αυτοπεποίθησης της ελληνικής κοινωνίας. Ένα μουσείο δεν είναι απλώς ένας χώρος επίσκεψης. Είναι τρόπος να καταλάβει μια κοινωνία από πού έρχεται και τι αξίζει να συνεχίσει.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει εικόνα προόδου σχεδόν σε κάθε τομέα. Οι πολίτες όμως συνεχίζουν να ζουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Υψηλό κόστος ζωής. Στεγαστική πίεση. Χαμηλή αγοραστική δύναμη. Δημογραφική συρρίκνωση. Παραγωγικό μοντέλο που εξακολουθεί να στηρίζεται περισσότερο στην κατανάλωση, στον τουρισμό και στους ευρωπαϊκούς πόρους παρά στη δημιουργία νέου εθνικού πλούτου.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς περισσότερες ανακοινώσεις. Χρειάζεται βαθύτερες μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύσουν την παραγωγή, την ανταγωνιστικότητα και την εθνική της αντοχή. Χρειάζεται πολιτική που να μετράται από το αποτέλεσμα στην κοινωνία και όχι από την εικόνα της στην ανασκόπηση. Μόνο τότε η αισιοδοξία θα πάψει να είναι σύνθημα. Μόνο τότε θα γίνει πραγματικότητα για τους πολίτες.

