Πίσω από την ψηφιακή βιτρίνα της κυβέρνησης κρύβεται το απόλυτο χάος
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Αν το συζητούσαμε από κοντά, σαν παρέα, θα σου το έλεγα κάπως έτσι:
Αυτό που γίνεται στο Ωραιόκαστρο δεν είναι απλά άλλη μία φωτιά στο δελτίο ειδήσεων. Είναι η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι και δείχνει ότι το πράγμα έχει ξεφύγει τελείως. Έχουμε φτάσει στο σημείο να μιλάμε για ένα κράτος «μπάχαλο», ένα κανονικό fail state, όπου η μόνη «στρατηγική» της κυβέρνησης είναι να έρχεται ένα μήνυμα στο κινητό από το 112 και να σου λέει «τρέχα να σωθείς». Το να μετατρέπεις ένα εργαλείο ανάγκης σε μόνιμη λύση δεν είναι πολιτική, είναι ομολογία ότι έχεις σηκώσει τα χέρια ψηλά.
Γιατί δεν μιλάμε απλά για μια ανικανότητα της στιγμής, μιλάμε για ένα σύστημα που έχει μάθει να ζει με την καταστροφή και να την «πουλάει» ως επιτυχία επειδή αποφεύχθηκαν τα χειρότερα.
Σκέψου το λίγο… κάθε χειμώνα, οι ειδικοί από δασολόγους, περιβαλλοντολόγους, μέχρι και τους ίδιους τους πυροσβέστες, βγαίνουν και φωνάζουν. Λένε ότι αν δεν καθαριστεί το δάσος, αν δεν γίνουν αντιπυρικές ζώνες, αν δεν ανοιχτούν οι δασικοί δρόμοι όταν χιονίζει και βρέχει, το καλοκαίρι θα κλαίμε πάνω από τις στάχτες. Και τι κάνει το περιβόητο «επιτελικό κράτος»; Τίποτα απολύτως. Περιμένει να μπει ο Μάιος, να αρχίσουν οι ζέστες, και τότε θυμάται να μοιράσει μερικά εκατομμύρια στους Δήμους για καθαρισμούς της τελευταίας στιγμής, που τις περισσότερες φορές γίνονται μόνο στους κεντρικούς δρόμους για τα μάτια του κόσμου.
Μετά, έρχεται η ώρα της κρίσης. Ξεσπάει η φωτιά, όπως τώρα στο Ωραιόκαστρο, και βλέπεις live στην τηλεόραση την απόλυτη κατάρρευση. Συντονισμός μηδέν. Η Πυροσβεστική να τρέχει χωρίς να ξέρει τα μονοπάτια επειδή η Δασική Υπηρεσία έχει παραγκωνιστεί, οι εθελοντές να προσπαθούν μόνοι τους με κίνδυνο της ζωής τους, και οι κάτοικοι να κοιτάνε τον ουρανό μπας και φανεί κανένα αεροπλάνο. Όταν όμως η φωτιά έχει γίνει πλέον «mega-fire», όσα Canadair και να έχεις νοικιάσει με τα λεφτά της Ευρώπης, δεν μαζεύεται. Η θερμότητα είναι τόσο μεγάλη που το νερό εξατμίζεται πριν καν ακουμπήσει το έδαφος.
Και εκεί εμφανίζεται το «δόγμα Μητσοτάκη» στην πλήρη του έκταση. Αντί για σχέδιο μάχης, έρχεται το SMS της εκκένωσης. Το 112 έχει γίνει πλέον η απόλυτη ασπίδα της κυβέρνησης για να μην υπάρξει πολιτικό κόστος. Σου λέει «εγώ σε ειδοποίησα να φύγεις, αν καεί το σπίτι σου ή η επιχείρηση σου, τουλάχιστον είσαι ζωντανός». Αυτό όμως δεν είναι Πολιτική Προστασία, είναι διαχείριση αστικής ευθύνης. Είναι σαν να σου λέει το κράτος «σήκω φύγε γιατί εγώ δεν μπορώ να σε προστατέψω».
Αν απομονώσει, λοιπόν, κανείς τη ρητορική του Μαξίμου περί ετοιμότητας, ψηφιακού κράτους και προγραμμάτων-μαμούθ όπως το «ΑΙΓΙΣ», και κοιτάξει τη σκληρή γλώσσα των αριθμών, η πραγματικότητα αποκαλύπτεται σοκαριστική. Στα χρόνια της διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, η χώρα έχει δει περισσότερα από τέσσερα εκατομμύρια στρέμματα να γίνονται στάχτη, καταγράφοντας ένα πρωτοφανές σωρευτικό αρνητικό ρεκόρ για τη μεταπολιτευτική περίοδο. Από το ιστορικό ολοκαύτωμα της Βόρειας Εύβοιας το 2021, μέχρι τη βιβλική καταστροφή του Έβρου το 2023, τη μεγαλύτερη ενιαία πυρκαγιά στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και τις διαδοχικές εισβολές της φωτιάς βαθιά μέσα στα προάστια της Αθήνας, το αποτέλεσμα παραμένει σταθερά το ίδιο, αποδεικνύοντας ότι το περιβόητο επιτελικό κράτος παράγει μόνο στάχτη.
Η καταστροφή αυτή δεν περιορίζεται πλέον στην απώλεια δασικού πλούτου σε απομακρυσμένες βουνοκορφές, αλλά πλήττει καίρια τον ίδιο τον παραγωγικό ιστό και την κοινωνική συνοχή της χώρας. Καίγονται ολοσχερώς ολόκληροι οικισμοί, εργοστάσια, βιοτεχνίες, ιστορικοί ελαιώνες, στάβλοι και μελίσσια, με αποτέλεσμα η αγροτική γη να αφανίζεται και οι τοπικές οικονομίες να νεκρώνουν, αφήνοντας τους πολίτες πρόσφυγες μέσα στην ίδια τους τη χώρα. Αυτή η οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα δισεκατομμύρια του Ταμείου Ανάκαμψης και του ΕΣΠΑ που διαφημίζονται με φανφάρες στα τηλεοπτικά παράθυρα, αποδεικνύοντας ότι η κυβέρνηση λειτουργεί ως ένας απλός τροχονόμος ευρωπαϊκών πόρων, στερούμενος οποιασδήποτε εθνικής πολιτικής και σχεδίου προστασίας.
Το να βγαίνει, λοιπόν, κάθε φορά μετά ο πρωθυπουργός και να ρίχνει όλο το φταίξιμο στον «κακό μας τον καιρό» και στην κλιματική κρίση είναι ο ορισμός του κυνισμού. Προφανώς και αλλάζει το κλίμα, προφανώς και έχει καύσωνες. Αλλά η δουλειά μιας σοβαρής κυβέρνησης είναι να θωρακίσει τη χώρα γι’ αυτό το νέο δεδομένο, όχι να το χρησιμοποιεί σαν μόνιμη δικαιολογία. Όταν ξοδεύεις δισεκατομμύρια και το αποτέλεσμα είναι κάθε καλοκαίρι το ίδιο χάος, τότε το σύστημα έχει αποτύχει πανηγυρικά. Είμαστε ένα κράτος-βιτρίνα, που από έξω είναι όλα ψηφιακά και μοντέρνα, και από μέσα, μόλις ανάψει ένας σπινθήρας, γίνεται το απόλυτο μπάχαλο.

