Περί παροχής ελευθεριών…

Γράφει ο Μιχάλης Ντιναλέξης *

Εκ πρώτης όψεως, ο τίτλος του άρθρου αυτού μοιάζει αντιφατικός. Η αφηρημένη έννοια της ελευθερίας νοείται γενικώς ως χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης, προϋπάρχον και ανεξάρτητο των κοινωνιών. Υπό αυτή την έννοια η ελευθερία μπορεί μόνο να εξασφαλίζεται ή να περιορίζεται. Πώς λοιπόν γίνεται ελευθερίες να παρέχονται, εφόσον αποτελούν εξ αρχής μέρος της υπόστασης του νοήμονος όντος; Ποιά είναι η φύση τους και ποιά τα όριά τους;

Όπως και στα μαθηματικά (πεδίο στην πραγματικότητα φιλοσοφικό) εργαλεία σαν τους μιγαδικούς αριθμούς επέτρεψαν τη λύση πολλών προβλημάτων, έτσι και στη φιλοσοφία η χρήση ορισμών και κατηγοριοποιήσεων επιτρέπει την ανάλυση σε μεγαλύτερο βάθος. Χρήσιμες στη συζήτηση περί ελευθερίας είναι οι έννοιες της θετικής και αρνητικής ελευθερίας, όπως διατυπώθηκαν από τον Ησαΐα Μπερλίν τη δεκαετία του ’60.

Ως αρνητική ελευθερία ορίζεται η δυνατότητα να δρα το άτομο χωρίς εξωτερική παρέμβαση, παρεμπόδιση ή επικουρία από την κοινωνία. Περιλαμβάνει από το δικαίωμα της ιδιοκτησίας (και του ελέγχου επί αυτής) και την ελευθερία λόγου, μέχρι και τη δυνατότητα του ανθρώπου να τρώει και να ντύνεται ανεμπόδιστος. Τα όρια της είναι εύκολα διακριτά, μεταβαλλόμενα και διαφορετικά για τον καθένα: το γεγονός ότι ένας άνθρωπος πριν 1000 χρόνια δε μπορούσε να οδηγήσει ένα ποδήλατο δεν είναι περιορισμός της αρνητικής ελευθερίας του, όπως όμως δεν είναι και η αδυναμία ενός σημερινού ανθρώπου να κάνει ποδήλατο αν δεν έχει πόδια. Αντιθέτως υπάρχει περιορισμός της όταν σε έναν σύγχρονο φυσιολογικό άνθρωπο απαγορεύεται να κάνει ποδήλατο.

Ως θετική ελευθερία ορίζεται η δυνατότητα ενός ανθρώπου να δρα και να σκέπτεται ελεύθερα, να αποφασίζει ο ίδιος για τη ζωή του και να σχεδιάζει την εξέλιξή της, να εκπληρώνει τους βιοτικούς του στόχους – χωρίς να εξαναγκάζεται σε συγκεκριμένες επιλογές λόγω κοινωνικών συνθηκών, παρανοήσεων ή της επιβολής της βούλησης άλλων στη δική του. Βασικό στοιχείο της θετικής ελευθερίας είναι το αυτεξούσιο και η συμμετοχή του ατόμου στη διαδικασία διακυβέρνησης, η οποία επιτυγχάνεται μέσω της δημοκρατίας. Περιπτώσεις περιορισμού ή έλλειψης της θετικής ελευθερίας είναι η δουλεία, η αναγκαστική επιλογή ενός μη-επιθυμητού επαγγέλματος για βιοποριστικούς λόγους, μέχρι και ο επηρεασμός αποφάσεων από συστηματική έκθεση σε συγκεκριμένες ειδήσεις/δημοσιεύσεις (βλ. Cambridge Analytica) ή παραπληροφόρηση/προπαγάνδα (π.χ. ΕΡΤ).

Στο έργο παλαιότερων πολιτικών φιλοσόφων θα συναντήσει κανείς ορισμούς της ελευθερίας εγγύτερους στη μία από τις δύο έννοιες. Ο Χομπς, π.χ., περιέγραψε μία ελευθερία πολύ κοντά στην αρνητική, υποστηρίζοντας ότι πρέπει να συνοδεύεται από ένα ισχυρό κράτος το οποίο να δρα ως προληπτικό αντίβαρο στην απρόβλεπτη ανθρώπινη φύση ώστε να αποφεύγεται το χάος. Αντιθέτως ο Λοκ υποστηρίζει ότι η ανάγκη για περιορισμούς στην ελευθερία είναι μικρή, καθώς οι άνθρωποι τη χρησιμοποιούν δημιουργικά και βρίσκουν ισορροπία μεταξύ τους.

Ο δε Πλάτων είχε προτείνει ένα πολιτειακό μοντέλο στο οποίο δεν υπάρχει στην ουσία καμία από τις δύο μορφές ελευθερίας, καθώς όλοι πρέπει να ζουν με πολύ συγκεκριμένο τρόπο και να ανήκουν σε προκαθορισμένες τάξεις με σαφώς οριοθετημένα δικαιώματα και ευθύνες. Υποστήριξε, παρόλα αυτά, πως υπάρχει θετική ελευθερία (ελεύθερη βούληση) στην Πολιτεία του και την κατέχει μία μικρή ελίτ ανθρώπων η οποία εκπαιδεύεται για δεκαετίες ώστε να μην έχει εμπόδια στη σκέψη. Για τον Πλάτωνα η ελεύθερη βούληση οδηγεί νομοτελειακά σε ένα συγκεκριμένο «ορθολογικό» τρόπο σκέψης, κοινό για την ελίτ αυτή (των Φιλοσόφων), η οποία λοιπόν πρέπει να κυβερνά όλους τους ανθρώπους εξασκώντας εκείνη την ελεύθερη βούληση τους – την οποία οι ίδιοι δεν κατέχουν, αλλά αν την κατείχαν θα συμφωνούσαν με τις αποφάσεις της ελίτ.

Η κατάχρηση αυτή της θετικής ελευθερίας, δηλαδή η ιδέα ότι όταν ο άνθρωπος είναι ελεύθερος και από την επιρροή του περιβάλλοντός του και από τις παρανοήσεις που επιβάλλει στον εαυτό του καταλήγει σε συγκεκριμένο τρόπο σκέψης, ενέπνευσε σειρά στοχαστών μέχρι και τους θεωρητικούς των απολυταρχικών ιδεολογιών των τελευταίων αιώνων. Έτσι για το Μαρξ η ελεύθερη βούληση οδηγεί στην ταξική συνείδηση και τον “τέλειο” κομμουνιστή ο οποίος θα πρέπει να καθοδηγεί και τους υπόλοιπους ώστε να επιτύχουν την ίδια “ελευθερία σκέψης” …με οποιονδήποτε τρόπο. Σύμφωνα με την πιο ήπια, σοσιαλδημοκρατική εκδοχή, οι άνθρωποι θα κερδίσουν την ορθολογική σκέψη (που οδηγεί στο σοσιαλισμό) μέσω της μόρφωσης και παράλληλα της σταδιακής απομάκρυνσης όλων των εμποδίων στη σκέψη τους από το κράτος. Και στην κεντρώα σκέψη συναντάται ενίοτε κατάχρηση της θετικής ελευθερίας – σε όσους υποστηρίζουν ότι όποιοι δεν είναι «ορθολογιστές» είναι «γίδια», «λούμπεν», οπισθοδρομικοί, κ.α.

Για τη φιλελεύθερη-συντηρητική σκέψη, η θετική ελευθερία δεν οδηγεί σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Εξασφαλίζεται μέσω της ισονομίας, της δικαιοσύνης, της δημιουργίας συνθηκών ίσων ευκαιριών, με μικρές μόνο κρατικές παρεμβάσεις (βλ. Χάγιεκ για το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα), ενώ είναι όχι μόνο αποδεκτή αλλά και επιθυμητή η ύπαρξη των ξεχωριστών χαρακτηριστικών κάθε ανθρώπου – και το γεγονός ότι του παρέχουν διαφορετικές δυνατότητες. Μέρος της θετικής ελευθερίας του ανθρώπου μπορεί να θεωρηθεί επίσης η δυνατότητα να απολαμβάνει τη συμμετοχή σε παραδοσιακούς κοινωνικούς θεσμούς (έθνος, οικογένεια, τοπική κοινότητα, εκκλησία, κ.ο.κ.), ως χαρακτηριστικό της ζωής του. Οι δε αρνητικές ελευθερίες κατ’ αρχήν δεν πρέπει να περιορίζονται, όμως όταν αυτό είναι αδύνατο θα πρέπει ο περιορισμός να γίνεται με μέτρο και σε ισορροπία.

Για την αριστερόστροφη σκέψη, εκείνη η τύποις «θέωση» της θετικής ελευθερίας, η κατάκτηση της νομοτελειακής και απόλυτης «ορθολογικής» σκέψης δεν είναι απλά ευκταία αλλά υπέρτατος στόχος και τα βήματα προς την εκπλήρωση του ονομάζονται «πρόοδος». Στο βωμό της προόδου, δεν υπάρχει μέτρο στον περιορισμό των αρνητικών ελευθεριών, ούτε των «μη-προοδευτικών» θετικών. Κομβικής, δε, σημασίας για την επίτευξη του στόχου είναι η ομογενοποίηση της κοινωνίας, ως μέσο για την εξάλειψη της επιρροής των προσωπικών χαρακτηριστικών κάθε ανθρώπου στη βούληση του. Σε αυτό το πλαίσιο είναι απαραίτητη η καταπολέμηση όχι μόνο μειονεκτημάτων, αλλά και των πλεονεκτημάτων του κάθε ατόμου, ώστε εν τέλει το ξεχωριστό χαρακτηριστικό που προσδίδει αυτές τις ιδιότητες να γίνει ασήμαντο και ανούσιο, ώστε να μην τον κάνει να διαφέρει από τους υπόλοιπους. Οι παραδοσιακοί θεσμοί επίσης θεωρούνται εμπόδιο που πρέπει να καταπολεμηθεί, με τη σειρά τους λόγω της επιρροής και της σημασίας που έχουν στη ζωή των ανθρώπων.

Παράλληλα, οι αριστερόστροφες πολιτικές δυνάμεις υπαγορεύουν νομικές παρεμβάσεις οι οποίες αφ’ ενός επιβάλλουν την κρατική παροχή των ίδιων θετικών ελευθεριών σε όλους τους ανθρώπους ανεξαρτήτως των χαρακτηριστικών τους (π.χ. είσοδος σε ΑΕΙ με απλή εγγραφή, εξάλειψη της βαθμολογίας και των αξιολογήσεων), αφ’ ετέρου υποβιβάζουν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του ανθρώπου σε αντικείμενα επιλογής, προσφέροντας αναγνώριση σε όποιον επιθυμεί να δηλώσει ότι «αισθάνεται» κάτι διαφορετικό από ότι είναι.

Η συντηρητική αντίσταση στην παροχή αυτών των «προοδευτικών» θετικών ελευθεριών, και η ευθύς αμφισβήτηση του οφέλους της αντίστοιχης νομοθεσίας, έχουν οδηγήσει στις πολιτικές συγκρούσεις που έχουν κυριεύσει πρόσφατα το δυτικό κόσμο. Για να μη μιλήσω για προφανή παραδείγματα, όπως η «ταυτότητα φύλου», θα αναφερθώ στο ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων. Εκεί η αριστερόστροφη πλευρά αποδέχεται τη χρήση από τα Σκόπια της ονομασίας ή του όρου «Μακεδονία» , γιατί ενισχύει την θετική ελευθερία (αυτοπροσδιορισμός) των Σκοπιανών, παρότι οι Σκοπιανοί δεν είναι Μακεδόνες, παρότι η χρήση του όρου γίνεται εις βάρος της αρνητικής ελευθερίας των πραγματικών ιδιοκτητών του και δεν είναι βιώσιμη καθώς θα οδηγεί συνεχώς σε συγκρούσεις με την Ελλάδα – λόγοι για τους οποίους η συντηρητική πλευρά απορρίπτει τη χρήση του όρου.

Η «προοδευτική» νομοθεσία, μάλιστα, ανοίγει το δρόμο για την καταπάτηση θετικών ελευθεριών των ατόμων που δεν μπορούν να αποφασίζουν για τον εαυτό τους, όπως τα παιδιά. Ξανά, το προφανές παράδειγμα είναι η νομική δυνατότητα ενός γονέα να αλλάζει το αναγνωρισμένο φύλο του παιδιού του. Άλλο παράδειγμα είναι η περίπτωση παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες, όπως ο βαρύς αυτισμός, όπου ο νόμος δίνει στο γονέα την επιλογή να αποφασίζει ο ίδιος αν το παιδί του έχει πρόβλημα και αν χρήζει βοηθείας (ενώ στην πραγματικότητα είναι δεδομένο). Αν επιθυμεί, δικαιούται να το εντάξει σε κανονικές σχολικές τάξεις και να υποχρεώνει το σχολείο να το μεταχειρίζεται σα να μη διαφέρει από τα υπόλοιπα παιδιά, φυσικά με ολέθρια αποτελέσματα για την εξέλιξη του παιδιού λόγω της έλλειψης βοήθειας. Και στις δύο περιπτώσεις η νομοθεσία παρέχει στο γονέα τη δυνατότητα να υπαγορεύει πώς θα συμπεριφέρονται οι άλλοι στο παιδί του, εις βάρος όμως της βέλτιστης εξέλιξης και των επιλογών που θα έκανε το ίδιο αν μπορούσε.

Το ίδιο ισχύει και στο ζήτημα της υιοθεσίας (όρος επίσης θύμα της αριστερόστροφης κοινωνικής χειρουργικής η οποία τον έχει μετατρέψει σε …τεκνοθεσία). Ενώ είναι θεμιτό για όλους τους ανθρώπους να προσδοκούν να γίνουν γονείς, νομοθεσία η οποία δίνει την ίδια δυνατότητα υιοθεσίας σε όλα τα ζευγάρια δε λαμβάνει υπόψη της τη θετική ελευθερία του παιδιού. Τούτο γιατί, εκ των υστέρων ως ενήλικος βέβαια, το παιδί πιθανότατα να επιθυμήσει να είχε ανατραφεί σε περιβάλλον παραδοσιακής οικογένειας, όχι μόνο γιατί αυτή, ως κοινωνικός θεσμός, βελτιώνει τη συνεκτικότητα της συμμετοχής του παιδιού στην κοινωνία, αλλά κυρίως γιατί προσφέρει στη ζωή του ανθρώπου την ύπαρξη των ισχυρών προσωπικοτήτων της μητέρας και του πατέρα, εξ ων η απουσία του ενός αποτελεί μη αναπληρώσιμο κενό.

Βέβαια και οικογένειες όπως οι μονογονεϊκές αποκλίνουν από το μοντέλο της παραδοσιακής οικογένειας – και θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως βάσει αυτού του σκεπτικού θα έπρεπε να αφαιρούμε τα παιδιά από αυτές. Σε αυτό το σημείο επίσης ξεχωρίζει αντίληψη περί ελευθεριών της συντηρητικής-φιλελεύθερης από την αριστερόστροφη σκέψη! Διότι η συντηρητική πλευρά δεν υποστηρίζει μεν τη θετική ελευθερία της υιοθεσίας ούτε στην περίπτωση μονογονεϊκών οικογενειών, όμως παράλληλα αντιτίθεται στην αφαίρεση ενός παιδιού από τον γονέα (ή κηδεμόνα) του, καθώς μία τέτοια πράξη θα αποτελούσε απαράδεκτη παραβίαση των ελευθεριών και των δύο.

Αντιθέτως, είναι οι διάφοροι διανοητές του σοσιαλισμού που υποστηρίζουν ότι ούτως ή άλλως τα παιδιά θα πρέπει να απομακρύνονται από την οικογένειά τους – είτε εντελώς είτε σε ένα μεγάλο βαθμό. Στην Πολιτεία του Πλάτωνα, τα παιδιά δεν έχουν οικογένειες, αφαιρούνται από τους γονείς τους μετά τη γέννα και μεγαλώνουν σε κρατικά εκπαιδευτήρια ως παιδιά όλης της κοινωνίας! Στο δε κομμουνισμό, τα παιδιά μεγαλώνουν σε «συλλογικό» περιβάλλον και υπό την επίβλεψη πολλών ενηλίκων, όχι αναγκαστικά των γονέων. Στις ακραίες εκφάνσεις της παγκοσμίως η αριστερά ψελλίζει ότι τα παιδιά πρέπει να αφαιρούνται από τους γονείς όταν εκείνοι δεν τα μεγαλώνουν/διαπαιδαγωγούν «προοδευτικά», ακόμη και υπό το υπάρχον καθεστώς των φιλελεύθερων αστικών δημοκρατιών.

Η παραπάνω συζήτηση ενδεχομένως να έλαμψε λίγο φως στα κίνητρα και τις μεθόδους της «προοδευτικής» παροχής ελευθεριών. Πάντως ανέδειξε πρώτον, τους λόγους για τους οποίους δε θα γεφυρωθούν ποτέ οι χαώδεις διαφορές ανάμεσα στις δύο πλευρές πολιτικής σκέψης και δεύτερον, το γεγονός ότι η συντηρητική-φιλελεύθερη πολιτική αντίσταση/αντίδραση είναι ζωτικής σημασίας για τον πλουραλισμό, την παρρησία και τη δημοκρατία. Οι πολιτικές πιέσεις της αριστεράς δεν αφορούν απλά περιστασιακές «διορθώσεις» σε μεμονωμένα ζητήματα, αλλά είναι μέρος μίας ολοκληρωμένης προσπάθειας συνολικού μετασχηματισμού της κοινωνίας και του πολιτεύματος. Παρότι οι προσπάθειες αυτές μακροχρόνια εκπίπτουν, λόγω των παραφωνιών που δημιουργούν, η ενδιάμεση ζημιά είναι καταστροφική.

* MEng DIC Civil & Environmental Engineering, Αντιπρόεδρος ΟΝΝΕΔ Ηνωμένουν Βασιλείου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.