Οι νέες φρεγάτες θωρακίζουν την πατρίδα μας;

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, Οικονομολόγος – Σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Προ τριών περίπου ετών δημοσιεύθηκαν τα αποτελέσματα από μια έρευνα που διενήργησε η Gallup International  με το ερώτημα «Θα πολεμούσατε για την πατρίδα σας;». Απαντήσεις έδωσαν οι πολίτες δεκάδων χωρών ανά την Ευρώπη μεταξύ αυτών και από την Ελλάδα. Όπως διαπιστώθηκε τα υψηλότερα ποσοστά πολιτών που δηλώνουν πως θα έδιναν τη ζωή τους για την πατρίδα τους είναι: Φινλανδία με 74%, Τουρκία με 73%, Ουκρανία με 62%, Ρωσία με 59%, Κόσοβο με 58%, Σουηδία με 55%, Βοσνία-Ερζεγοβίνη με 55% και Ελλάδα με 54%. Τα δε χαμηλότερα ποσοστά εμφανίζουν οι: Ολλανδία με 15%, Γερμανία με 18% και Βέλγιο με 19%. 

Παρά το γεγονός ότι η χώρα μας βρίσκεται ανάμεσα σε αυτές με τα υψηλότερα ποσοστά η φιλοπατρία του Έλληνα αρχίζει να φθίνει επικίνδυνα. Δεδομένου του γεωπολιτικού χώρου που βρίσκεται η Ελλάδα και των γειτόνων της, το 46% των Ελλήνων – δεν είναι καθόλου μικρό το ποσοστό -δεν θεωρεί καθήκον του να πολεμήσει για την πατρίδα του. Τι είναι, όμως, πατρίδα;

Στην Οδύσσεια Ραψωδία Ι του Ομήρου βρίσκουμε το «Ουδέν γλύκιον πατρίδος» («Δεν υπάρχει τίποτε γλυκύτερο από την πατρίδα). Η λέξη ετυμολογικά προέρχεται από το «πατήρ» και ο Όμηρος της δίνει τη διάσταση του τόπου που κληρονομούμε από τον πατέρα μας, η πατρική κληρονομιά ή πατρός τόπος. Ο Οδυσσέας περιπλανήθηκε για πολλά έτη με μοναδικό του σκοπό να φτάσει στον τόπο του πατέρα του. 

Στην περιγραφή που βρίσκουμε στον Ηρόδοτο για τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας παρουσιάζεται ο Θεμιστοκλής να λέει τα ακόλουθα: «Εμπρός, των Ελλήνων γενναία παιδιά! να ελευθερώσετε πατρίδα, τέκνα, γυναίκες και των πατρικών θεών σας να ελευθερώσετε τα ιερά και των προγόνων τους τάφους˙ τώρα για όλα ’ναι που πολεμάτε». Όταν ο Αρταξέρξης έμαθε το θάνατό του, θαύμασε τη φιλοπατρία του. Προς τιμήν του Θεμιστοκλή, στήθηκε λαμπρό μνήμα έξω από τα τείχη της Μαγνησίας και ανδριάντας του στην αγορά. Η σορός του μεταφέρθηκε κρυφά στον Πειραιά, όπου οι Αθηναίοι έκαναν έναν τάφο από ευγνωμοσύνη για τις μεγάλες υπηρεσίες που είχε προσφέρει στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Αθήνα.

Οι επικές αφηγήσεις του Ομήρου έγιναν το θεμέλιο του ελληνικού πολιτισμού και η έννοια της πατρίδας ενσωματώνεται σε αυτή του πολιτισμού. Δεσμοί αίματος, γλώσσα, θρησκεία και τρόπος ζωής ήταν κοινά στοιχεία των αρχαίων Ελλήνων που τους διαφοροποιούσαν από τους Πέρσες και άλλους μη Έλληνες. Από όλα τα αντικειμενικά στοιχεία που ορίζουν τον πολιτισμό, το σημαντικότερο είναι συνήθως η θρησκεία, όπως το παρατήρησαν και οι αρχαίοι Αθηναίοι. Ομοπάτριοι όλοι εμείς, αφού μοιραζόμαστε δεσμούς αίματος, γλώσσα, θρησκεία και τρόπος ζωής.

Η Πηνελόπη Δέλτα στο Για την Πατρίδα, το πρώτο της ιστορικό πεζογράφημα, μέσα από έναν από τους πρωταγωνιστές του και αιχμάλωτο των Βουλγάρων όταν καταλαμβάνουν τη Θεσσαλονίκη στη Βυζαντινή εποχή (995 μΧ.), τον Αλέξιο Αργυρό, γράφει: «… Για την πατρίδα πρέπει να ξέρει κανείς και την τιμή του να θυσιάζει. Η τιμή μου έχει σημασία μόνο για τον εαυτό μου, Θέκλα. Κι εγώ είμαι ένας, θα περάσω και θα ξεχαστώ. Η πατρίδα όμως θα μείνει, και η πατρίδα είναι όλες οι γενιές που πέρασαν και οι γενιές που είναι, και κείνες που θα έλθουν. Το σκοπό μου μόνο βλέπω». Και λίγο παρακάτω μέσα από την Θέκλα: «…Η Πατρίδα είναι όλο το έθνος, και ‘μεις, ο καθένας μας, είμαστε από ένα μόριο ασήμαντο του μεγάλου αυτού έθνους».

Στην Πηνελόπη Δέλτα βρίσκουμε αυτό που αποτυπώνεται και στους βυζαντινούς ψαλμούς. Οι ψαλμοί από το Βυζάντιο «Τη υπερμάχω» και «Σώσον Κύριε τον Λαό Σου» συνδυάζουν πατριωτισμό και θρησκεία. Είναι δηλαδή ταυτόχρονα θρησκευτικοί ύμνοι και πολεμικά-πατριωτικά τραγούδια.

Τον υπέρ πατρίδος αγώνα έδωσαν πριν τόσα χρόνια οι αγωνιστές του 1821. Κίνητρο τους, όπως και του Θεμιστοκλή, η φιλοπατρία, για να μην μείνουν οι επόμενες γενιές απάτριδες. Το σημαντικότερο σημείο του όρκου που έδιναν οι μυημένοι στη Φιλική Εταιρεία είναι ο εξής: «Ορκίζομαι, ότι θέλω τρέφει εις την καρδιά μου αδιάλλακτον μίσος εναντίον των τυράννων της Πατρίδος μου, των οπαδών και των ομοφρόνων με τούτους. Θέλω ενεργεί κατά πάντα τρόπον προς βλάβην των και αυτόν τον παντελή όλεθρον των, όταν η περίστασις συγχωρήση». 

Το ελληνικό έθνος έτσι όπως το γνωρίζουμε σήμερα, βασισμένο σε μια γεωγραφική πατρίδα, κοινούς θεσμούς και συμμετοχική δημοκρατία, δημιουργήθηκε από την επανάσταση του 1821. Όμως η ελληνική γλώσσα έχει μια συνεχή καταγραμμένη ιστορία στη γεωγραφική περιοχή της σημερινής Ελλάδας για πάνω από 3.000 χρόνια.

Παρόλα αυτά, αρκετοί Έλληνες έχουν αποκτήσει και δεύτερη πατρίδα, αφού για κάποιους λόγους – κυρίως εργασιακούς – έχουν δεθεί με έναν άλλο τόπο, ή εκπατρισθεί. Κατά τη διάρκεια της πρόσφατης οικονομικής κρίσης αναγκάστηκαν να εκπατρισθούν πάνω από 500.000 Έλληνες. Η Ελλάδα έχει με την ίδια λογική γίνει δεύτερη πατρίδα για όλους εκείνους τους ξένους που έχουν εκπατρισθεί από τις χώρες τους. Οι χώρες αυτές γίνονται πατρίδα για διαφορετικές εθνικότητες και πληθυσμούς που συναινούν, όμως, να συμμετέχουν σε ένα κοινό πολιτισμικό υπόβαθρο. Διαφορετικά οι εθνικότητες και πληθυσμοί αυτοί γκετοποιούνται και κάποια στιγμή εκτοπίζονται. 

Επίσης, την «πατρίδα» πολλοί την έχουν ταυτίσει με κάποια ιδεολογία. Για παράδειγμα λέμε «πατρίδα του κομμουνισμού» θεωρείτο η Σοβιετική Ένωση – πατήρ ο Στάλιν – αλλά και η Κίνα – πατήρ ο Μάο -, όπως του «κλασικού φιλελευθερισμού» η Αγγλία και ΗΠΑ – πατήρ ο Άνταμ Σμιθ, Τζων Λοκ, Τόμας Ρόμπερτ Μάλθους, Ντέηβιντ Ρικάρντο ή και Τόμας Τζέφερσον. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει απάρνηση της φυσικής πατρίδας για χάρη μιας «ιδεολογικής πατρίδας». Οι ιδέες αυτές δε όταν μετατρέπονται σε πολιτικά κόμματα, όταν, δηλαδή, η πατριαρχική σχέση μεταφέρεται από την κοινωνία στην πολιτική, τότε μεταβάλλεται στη λεγόμενη πελατειακή σχέση, διατηρώντας όμως το θεμελιώδες της γνώρισμα, δηλαδή την αναγκαία συνάφεια υπακοής και προστασίας. 

Επιπλέον, «πατρίδα» θεωρούν κάποιοι κινήματα που στηρίζονται στο χρώμα του δέρματος, στις φυσικές διαστάσεις, στη σεξουαλική ταυτότητα και στην τέχνη. Αν και πολέμιοι της πατριαρχίας, «πατρίδα» τους θεωρούν μόνο τον χώρο της προσωπικής τους ευδαιμονίας και καλλιτεχνικής τους πραγματικότητας. Των παθών και των καλλιτεχνικών τους οραμάτων. Ο Γιώργος Θεοτοκάς στο Αργώ γράφει: «… Η πατρίδα δεν είναι μονάχα οράματα και πάθη. Είναι και άλλα πολλά πράγματα, χειροπιαστά και ίσως ακόμα πιο πολύτιμα, η γη όπου γεννήθηκε κανείς και χάρηκε τα νεανικά του χρόνια, ο καπνός της εστίας, οι τάφοι των γονιών, οι ζωντανές αναμνήσεις των προγόνων, τα τραγούδια τους, τα παραμύθια τους, τα δέντρα που φύτεψε κάνεις με το χέρι του, τα πρώτα λόγια αγάπης που ασκούσε, η μικρή κοινωνία του, η έδρα, τα περασμένα και τα μελλούμενα της φαμήλιας του. Πατρίδα είναι όλα αυτά και δεν τα αρνείται κανείς εύκολα… Λιγοστοί θα νιώσουν την πατρίδα σα μια πνευματική πραγματικότητα, ανεξάρτητα από τοπικούς δεσμούς».

Μαζί με όλα τα παραπάνω θα πρέπει να προσθέσουμε και την πατριδοκαπηλεία. Η ατυχής προβολή και εκμετάλλευση του ιδανικού της πατρίδας. «Οι άνθρωποι», γράφει ο Μ. Καραγάτσης στο Αίμα χαμένο και κερδισμένο,  «που παίζουν την τύχη της πατρίδας τους πάνω στο χαρτί της ματαιοδοξίας τους, δεν νικούν ποτέ. Αν αγαπούσες πραγματικά βαθιά την Ελλάδα, δεν θα διακινδύνευες ποτέ την τύχη της πλάι στην τύχη σου».

Τέλος, υπάρχουν και εκείνοι που θεωρούν την πατρίδα ως μια ψευδαίσθηση. Ναι, αλλά, όπως μας λέει ο Άλπμερτ Καμύ στο Ο μύθος του Σισύφου, «… μέσα σε ένα σύμπαν στερημένο ξαφνικά από ψευδαισθήσεις και φώτα ο άνθρωπος νιώθει ξένος. Σε αυτή την εξορία, τη στερημένη από τις αναμνήσεις μιας χαμένης πατρίδας, ή από την ελπίδα μιας γης της επαγγελίας, δεν υπάρχει βοήθεια. Αυτή η απόσταση, του ανθρώπου από τη ζωή, του ηθοποιού από το σκηνικό του, αποτελεί κυριολεκτικά το συναίσθημα του παράλογου». Η πίστη κατά τον Ντοστογιέφσκι είναι το άλας της ζωής. Το ίδιο και η πίστη για την πατρίδα.

Ο Έλληνας τείνει να χάσει την αίσθηση του τόπου που κληρονομεί από τον πατέρα του, την πατρική κληρονομιά ή πατρός τόπο. Τείνει επικίνδυνα να χάσει την πατρίδα του! Με τις παραπάνω περιπτώσεις «πατριωτισμού» – ιδεολογική, παθών και των καλλιτεχνικών οραμάτων, πατριδοκαπηλείας και ψευδαίσθηση – αλλοιώνεται και φυσικά χάνεται ο φυσικός πατριωτισμός μεταξύ των Ελλήνων. Λίγες χώρες επιβιώνουν και ευημερούν χωρίς κάποιο βαθμό πατριωτικών συναισθημάτων μεταξύ των ανθρώπων τους. Η αγάπη για τη χώρα και η κοινή υπερηφάνεια φέρνουν τους ανθρώπους μαζί, βοηθώντας τους να αντέξουν τις προκλήσεις. Πόσο σίγουροι είμαστε, λοιπόν, ότι «οι νέες φρεγάτες θωρακίζουν την πατρίδα μας»;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.