Από οικονομική άποψη το άπειρο θα ήταν αληθινός παράδεισος

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, Οικονομολόγος – Σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Μετά την ολοκλήρωση του πρόσφατου Eurogroup αντιληφθήκαμε όλοι ότι για τη χώρα μας τα οφέλη είναι πάρα πολύ περιορισμένα, έως μηδαμινά. Πρακτικά δεν της παρέχεται κάποια ουσιαστική προληπτική πιστοληπτική γραμμή, καθώς στην καλύτερη περίπτωση αυτή που εγκρίθηκε δεν θα ξεπεράσει τα € 5 δις. ευρώ. Για την δε στήριξη των επιχειρήσεων και πάλι ο χώρος είναι πάρα πολύ περιορισμένος, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των προϋπολογισμένων χρημάτων, και αυτό είναι και το λογικό, θα πάει σε βιομηχανικές χώρες, οι βιομηχανίες των οποίων κατά τη διάρκεια της πανδημίας υπέστησαν τις μεγαλύτερες απώλειες αλλά και οι οποίες αμέσως μετά την λήξη της αναμένεται να αναπτυχθούν με αυξημένους ρυθμούς σε σχέση με όλους τους υπολοίπους κλάδους που κυριολεκτικά θα σέρνονται. 

Ακόμη και η στήριξη από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης (ESM) που θα έχει τη μορφή πιστωτικού ορίου με ενισχυμένους όρους (Enhanced Conditions Credit Line -ECCL), αφενός δεν δύναται να στηρίξει την ελληνική οικονομία στο σύνολο της, καθώς τα κονδύλια αφορούν αποκλειστικά και μόνο δαπάνες του τομέα υγείας, αφετέρου δεν μπορούν να ξεπεράσουν το 2% του ΑΕΠ της.

Είναι αδιαμφησβήτητο, χωρίς να επιθυμώ να το εθνικοποιήσω, ότι και σε αυτό το Eurogoup επικράτησε η λογική των χωρών της βόρειας Ευρώπης, στις οποίες, όπως θα βρίσκαμε και στο έργο του Ρ. Χ. Τώνεϋ «Η Θρησκεία και η έλευση του Καπιταλισμού», ο Προτεσταντισμός, μέσω του ατομικισμού, παίζει το ρόλο της αιτίας και η κεφαλαιοκρατία του αποτελέσματος της: το laissez faire στη θεολογία μπορεί να θεωρηθεί σαν η πηγή του laissez faire στις επιχειρήσεις.

Ας απλοποιήσουμε με ένα παράδειγμα τη σκέψη αυτή και ας προσπαθήσουμε να την φέρουμε στα πλαίσια των αποφάσεων από το πρόσφατο Eurogroup. Για το λόγο αυτό θα πάρουμε το χαρακτηριστικό παράδειγμα που χρησιμοποιεί ένας Γερμανός μαθηματικός, ο Ehrhard Behrends, στο σύγγραμμα του Μαθηματικά πεντάλεπτα. Ο Behrends δίνει σε όλα τα μέλη ενός πληθυσμού αριθμούς 1, 2, 3… Το νούμερο 1, μας λέει, χρειάζεται € 1000, τα οποία ζητά να δανειστεί από το νούμερο 2. Δυστυχώς, το νούμερο 2 είναι άφραγκο, για να δανείσει το νούμερο 1 δανείζεται € 2000 από το νούμερο 3. Από αυτά, το νούμερο 2 δανείζει τα 1000 στο νούμερο 1 και κρατάει άλλα 1000 για να εκπληρώσει δικές του επιθυμίες. Δυστυχώς, ούτε το νούμερο 3 είναι πλούσιος: Για να καταβάλει τα € 2000, δανείστηκε 3000 από το νούμερο 4. Του έμειναν λοιπόν € 1000 που τα κάνει δώρο στον εαυτό του, ενώ τα 2000 πηγαίνουν στο νούμερο 2 κοκ. 

Αν υπήρχε άνθρωπος με το τελευταίο νούμερο σε αυτή τη σειρά, αναφέρει ο Behrends, θα βρισκόταν φορτωμένος με ένα βουνό χρέη. Σε ένα άπειρο κόσμο, όμως, όλοι είναι ευτυχείς και ικανοποιημένοι, ενώ η οικονομία γνωρίζει γενναία ώθηση.

Στη συνέχεια, ο Behrends, στη θέση των ανθρώπων τοποθετεί τις «γενιές». Στις οποίες γενιές αυτές μεταφέρεται το βουνό των χρεών. Το δημόσιο χρέος αυξάνεται αλματωδώς, και η κοινωνική συνοχή των μελλοντικών γενεών θα εξασφαλίζεται μονάχα με περαιτέρω δάνεια, η αποπληρωμή των οποίων θα αναβάλλεται για ένα ακόμα μακρινότερο μέλλον.

Ο Behrends όμως δεν μένει εδώ. Πάει και ένα βήμα παραπέρα. Μας λέει, λοιπόν: «ένα από τα ψεγάδια του παραπάνω μηχανισμού είναι ότι δεν δανείζεται κανείς δωρεάν. Οι τόκοι του χρέους θα πρέπει επίσης να πληρωθούν με νέο δανεισμό. Αυτό οδηγεί σε εκθετική αύξηση του χρέους, και είναι εύλογο να αναρωτιέται κανείς πόσο καιρό η χρηματαγορά θα είναι πρόθυμη να παρέχει καινούριο χρήμα για να παραμένει το σύστημα σε λειτουργία».

Πέραν των ανωτέρω, εξίσου σημαντικό είναι καταλάβουμε πως οι βόρειοι φίλοι μας εκλαμβάνουν την «φτώχεια». Ενώ, φτωχός θεωρείται όποιος έχει εισόδημα μικρότερο από τον μέσο όρο του πληθυσμού, για τους βόρειο Ευρωπαίους, ο ορισμός αυτός το μόνο που εξυπηρετεί είναι το πολύ-πολύ να μπορεί να μετρήσει, μάλλον αδρά, κάτι σαν την «αίσθηση της φτώχειας». Για αυτούς, το ότι όντως κάποιοι νέοι αισθάνονται κοινωνικά αποκλεισμένοι όταν δεν έχουν κινητό ή μπλουτζήν της μόδας δεν πρόκειται αναγκαστικά για το είδος της φτώχειας που θα πρέπει να καταπολεμήσουν επειγόντως.

Πρόθεση μου δεν είναι να κρίνω κάποιον, αλλά να δώσω στον αναγνώστη να καταλάβει ότι καλώς ή κακώς αυτό είναι, πάνω-κάτω, το πλαίσιο πάνω στο οποίο θα κινηθεί η όποια ευρωπαϊκή αλληλεγγύη τόσο σήμερα, όσο και αύριο. Να πάψει να παρασύρεται από τις όποιες σειρήνες του μιλάνε για «σχέδια Μάρσαλ» και να μην αναμένει ούτε καν ευρωομόλογα – αν στην πορεία προκύψουν δεν θα έλεγα όχι, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα πόνταρα σε αυτό. Άλλωστε, ακόμα και με τη δική μας νότια λογική δεν μπορεί κανείς να τα πει παράλογα όλα τα παραπάνω. Μπορεί; 

Εδώ, λοιπόν, τίθεται για μια ακόμα φορά το μεγάλο ερώτημα. Η Ελλάδα μπορεί να συνεχίσει να πορεύεται βάσει της παραπάνω λογικής ή αν θεωρεί ότι δεν μπορεί, μπορεί άμεσα να αποχωρήσει από την «παρέα» αυτή; Όποια και να είναι η απάντηση η πραγματικότητα που θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε και να διαχειριστούμε και στην μια και στην άλλη περίπτωση θα είναι πολύ σκληρή. Θεωρητικά όλα μπορούν να γίνουν, καθώς όποια θέση και να υιοθετήσει κανείς, δεν είναι δύσκολο να βρει τα κατάλληλα στοιχεία και δεδομένα που θα την υποστηρίξουν. Ο δρόμος, όμως, για την εύρεση και την παρουσίαση της «αλήθειας» είναι γεμάτος παγίδες. Το ζήσαμε πρόσφατα και με την «περήφανη» διαπραγμάτευση αυτό.

Πρακτικά τι πρέπει να γίνει λοιπόν. Προσωπικά θεωρώ ότι δεδομένου της δυναμικής της σημερινής ελληνικής οικονομίας, αλλά κυρίως των χαρακτηριστικών και ικανοτήτων του σημερινού πολιτικού συστήματος – κομμάτων, παραγωγικών δυνάμεων, κοινωνικών φορέων κ.α. – και λαού μας, η δεύτερη επιλογή, δηλαδή η αποχώρηση, θα είναι όχι απλά σκληρή αλλά καταστροφική, σε σχέση με την παραμονή. Όσο και εάν η σημερινή ελληνική κυβέρνηση είναι πιο αποτελεσματική και ικανή σε σχέση με την προηγούμενη που επιδίωξε την ρήξη με την «παρέα» και αποχώρηση από αυτή, είναι πολύ αμφίβολο, αν όχι αδύνατο, να καταφέρει να κάνει μια χώρα ήδη αποδεκατισμένη, να ορθοποδήσει. Να ορθοποδήσει, μάλιστα, μόνη της σε ένα περιβάλλον άκρως ανταγωνιστικό για το οποίο δεν διαθέτει καν τις απαραίτητες συνθήκες να μπορέσει σταθεί. Πολλώ δε μάλλον ένα περιβάλλον που παρουσιάζει πολλές, άμεσες και σύνθετες εθνικές προκλήσεις.   

Η Ελλάδα θα πρέπει να συνεχίσει να κινείται μέσα στο υφιστάμενο ευρωπαϊκό πλαίσιο και θα πρέπει μάλιστα να κινητοποιήσει ότι μέσα διαθέτει για να μπορέσει να το πετύχει αυτό. Θα πρέπει με μεγαλύτερο ζήλο και ένταση να επανεκκινήσει τις μεταρρυθμίσεις που ξεκίνησε η κυβέρνηση Σαμαρά. Να αφήσει τις αλχημείες και επιτέλους να βάλει κάτω και να αρχίσει να υλοποιεί τον αναπτυξιακό σχεδιασμό της ίδιας κυβέρνησης. Και φυσικά να επαναφέρει στην πρώτη γραμμή αρκετά από τα στελέχη που τα σχεδίασαν και τα υλοποίησαν όλα αυτά και που σήμερα για κάποιο λόγο μάλλον μικροπολιτικό τα έχει στον «πάγο». Αυτό δεν είναι αδύνατο, είναι ίσως το μόνο δυνατό! Επειδή, από οικονομική άποψη το άπειρο θα ήταν αληθινός παράδεισος, αλλά δυστυχώς μόνο θεωρητικά ή και νοητά υπάρχει, όποιος έχει κάτι διαφορετικό να προτείνει να βγει υπεύθυνα, τεκμηριωμένα, χωρίς λαϊκισμούς, ψευτοσοφίες και αντριλίκια να το πει και φυσικά να κριθεί για αυτό.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.