Αναζητώντας την αυθεντική Κεντροδεξιά ανάμεσα στην επανάκτηση και την επανίδρυση
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Το επικείμενο συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας σημαδεύεται από την ηχηρή απουσία τόσο του Αντώνη Σαμαρά, ως διαγραφέντα, όσο, όμως, και του Κώστα Καραμανλή, αναδεικνύοντας το χάσμα ανάμεσα στην ιστορική βάση και τη σημερινή μετάλλαξη του κόμματος. Και σκεφτόμουν γιατί, αλλά κυρίως από ποιους, διαγράφηκε ο Αντώνης Σαμαράς από τη Νέα Δημοκρατία. Ο Κώστας Καραμανλής γιατί «φωνάζει» μέσα από την συνειδητή απουσία του;
Η Νέα Δημοκρατία δεν είναι πια η παράταξη που γνωρίσαμε, λέω από μέσα μου. Έχει μεταλλαχθεί σε ένα ετερόκλητο μόρφωμα εξουσίας με πρώην πασόκους, ακροδεξιούς ευκαιριακούς και γραφειοκράτες χωρίς ρίζες που προσπαθούν να συγκυβερνήσουν κάτω από το ίδιο λογότυπο. Για εμένα είναι ξεκάθαρη η απάντηση, αλλά το ερώτημα που πλανάται γενικότερα στον χώρο της Κεντροδεξιάς, είναι απλό αλλά θεμελιώδες. Αξίζει να πάρουμε πίσω τη Νέα Δημοκρατία, αναρωτιέται μεγάλο μέρος φίλων της πατριωτικής λαϊκής δεξιάς, ή ήρθε η ώρα να φτιάξουμε κάτι καινούριο;
Η Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή υπήρξε για δεκαετίες η σταθερή ραχοκοκαλιά της Ελλάδας. Ήταν το κόμμα της εθνικής ευθύνης, του ρεαλισμού, της ευρωπαϊκής πορείας, αλλά και του μέτρου. Σήμερα, όμως, θυμίζει περισσότερο πολιτική επιχείρηση παρά παράταξη αρχών. Η φυσιογνωμία της αλλοιώθηκε και μαζί της αλλοιώθηκε και η σχέση της με τη βάση της.
Όσοι πίστεψαν στη λαϊκή δεξιά, στον πατριωτισμό χωρίς μισαλλοδοξία, στον φιλελευθερισμό με κοινωνική συνείδηση, βλέπουν πια ένα κόμμα χωρίς ψυχή, χωρίς ταυτότητα, χωρίς σεβασμό στις ρίζες του. Για πολλούς, η απάντηση είναι ξεκάθαρη και μας καλούν να πάρουμε πίσω τη Νέα Δημοκρατία. Όχι από εγωισμό, αλλά από χρέος. Γιατί αυτό το κόμμα δεν τους ανήκει. Το ίδρυσε και το υπηρέτησε μια παράταξη που πίστευε στην Ελλάδα και όχι στις δημοσκοπήσεις.
Ο Αντώνης Σαμαράς υπήρξε ο τελευταίος ηγέτης που κράτησε ζωντανό αυτό το νήμα ιστορικής συνέχειας. Υπήρξε και ο πρώτος, όμως, που προειδοποίησε και σήμερα δικαιώνεται ότι χωρίς εθνική πυξίδα δεν υπάρχει εξωτερική πολιτική, χωρίς παραγωγική ανασυγκρότηση δεν υπάρχει κοινωνική συνοχή, χωρίς ενεργειακή αυτονομία δεν υπάρχει κυριαρχία, χωρίς ταπεινότητα της εξουσίας δεν υπάρχει δημοκρατική νομιμοποίηση. Ο κυβερνών δεν οφείλει να αρέσει. Οφείλει να σέβεται. Και πρωτίστως να γνωρίζει τη μερικότητα του.
Η δική του επιστροφή στο προσκήνιο δεν θα ήταν προσωπική φιλοδοξία, αλλά πράξη αποκατάστασης νοήματος. Γιατί η Νέα Δημοκρατία ήταν και παραμένει το σπίτι του, αλλά και το σπίτι όλων όσοι πίστεψαν ότι η πολιτική είναι πράξη ευθύνης και όχι επάγγελμα. Αλλά μήπως είναι πια αργά; Μήπως η Νέα Δημοκρατία δεν σώζεται, γιατί έχει χάσει κάθε θεσμικό και ιδεολογικό στήριγμα; Μήπως η επανάκτηση δεν είναι εφικτή, γιατί το οικοδόμημα έχει σαπίσει εκ των έσω;
Και το χειρότερο, μήπως, όσο ο γαλάζιος χώρος βυθίζεται στην εσωστρέφεια, κάποιοι άλλοι ετοιμάζονται να επαναφέρουν τον Αλέξη Τσίπρα ως «το καλό παιδί της Δύσης» και «τον συνομιλητή της σταθερότητας», για να προωθήσουν επώδυνες συμφωνίες στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο; Η Ελλάδα κινδυνεύει να ξαναγίνει πειραματόζωο μιας νέας «ρεαλιστικής συναίνεσης» όπου το εθνικό δίκαιο υποχωρεί στο όνομα της «ειρήνης», και η εθνική κυριαρχία στο όνομα της «συνεργασίας». Η υπονόμευση της παράταξης και η ανακύκλωση του ίδιου πολιτικού συστήματος δεν είναι τυχαία. Όσο η Νέα Δημοκρατία μένει ακέφαλη ιδεολογικά, τόσο ανοίγει τον δρόμο για να επιστρέψουν οι ίδιοι άνθρωποι που το 2015 οδήγησαν τη χώρα στο χείλος της καταστροφής, αυτή τη φορά με άλλο προσωπείο, αλλά με την ίδια αποστολή, να υπογράψουν εκείνοι ό,τι οι σημερινοί ίσως διστάζουν να υπογράψουν.
Ίσως, λοιπόν, η λύση να είναι μια νέα αρχή. Ένας νέος πολιτικός φορέας που θα εκφράσει την αυθεντική Κεντροδεξιά, τον πατριωτισμό χωρίς φόβο, τη λαϊκότητα χωρίς λαϊκισμό, τον φιλελευθερισμό χωρίς αλαζονεία. Ένα κόμμα που θα γεννηθεί όχι από τη φιλοδοξία των προσώπων, αλλά από την ανάγκη της κοινωνίας. Αυτό θα ήταν το πραγματικά «καινούργιο» και όχι ένα αντίγραφο, αλλά η φυσική συνέχεια της παράταξης. Μια Νέα Δημοκρατία στην ψυχή, ακόμη κι αν δεν λέγεται έτσι στο όνομα.
Η Ιστορία δεν γράφεται με θυμό, αλλά με σχέδιο. Ήδη έχουν ξεκινήσει έστω και δειλά να ακούγονται κάποιες φωνές για επανίδρυση εντός, με τη συγκρότηση ιδεολογικού ρεύματος που θα υπερασπιστεί τις αρχές του πατριωτικού φιλελευθερισμού και θα διεκδικήσει το δικαίωμα να μιλήσει ξανά για Ελλάδα, κοινωνία και αξίες. Πάρα πολλές είναι εκείνες οι φωνές που μιλάνε για αναγέννηση εκτός, αφού η σημερινή ΝΔ παραμένει εγκλωβισμένη στη διαχείριση και την κενότητα.
Το κοινό αυτό ρεύμα μπορεί να μετασχηματιστεί σε νέο φορέα, με ρίζες και προοπτική. Έτσι, δεν εγκαταλείπουμε την παράταξη. Τη συνεχίζουμε, εκεί όπου η τωρινή ηγεσία σταμάτησε να πιστεύει σε αυτήν. Και σε αυτή τη διαδρομή, ο Αντώνης Σαμαράς μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης ενότητας, καθώς διαθέτει το κύρος να ενώσει όσους έμειναν χωρίς φωνή. Δεν χρειάζεται να «επιστρέψει», απλώς να ξαναμιλήσει. Γιατί εκείνος δεν έφυγε ποτέ από τις ιδέες που θεμελίωσαν τη Νέα Δημοκρατία.
Τελικά, όταν στο 16ο Συνέδριο οι άδειες καρέκλες των δύο πρώην πρωθυπουργών παράγουν περισσότερο πολιτικό θόρυβο από τα χειροκροτήματα των διορισμένων συνέδρων, η απάντηση δίνεται από την ίδια την πραγματικότητα. Το συνέδριο αυτό δεν είναι γιορτή, αλλά το επίσημο μνημόσυνο μιας παράταξης που έχασε την ψυχή της στις ταμπέλες και στα ονόματα. Όμως η ψυχή αυτή παραμένει ζωντανή στους ανθρώπους που πιστεύουν ακόμα στην Ελλάδα και, αν χρειαστεί, θα την ξαναγεννήσουμε από την αρχή, όπως έκανε πάντα αυτός ο τόπος όταν όλα φαίνονταν χαμένα.

