Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Γεννήθηκε στις 3 Απριλίου του 1770
Οι Έλληνες είναι τρελοί, αλλά έχουν Θεόν φρόνιμον, είπε κάποτε ο Γέρος του Μοριά, η ηγετική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης. Γεννήθηκε στις 3 Απριλίου του 1770.
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: Είσαι Έλληνας; Τί προσκυνάς;Σήκω πάνω! Εμείς και στους Θεούς, όρθιοι μιλούμε!
Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης… Αρχιστράτηγος , πολιτικός, πληρεξούσιος, σύμβουλος της Επικράτειας, ηγετική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, που έδρασε στην Πελοπόννησο και γι`αυτό το λόγο είναι γνωστός και ως “Γέρος του Μοριά”.
Γεννήθηκε`εις τα 1770, Απριλίου 3 την Δευτέρα της Λαμπρής… εις ένα βουνό, εις ένα δέντρο αποκάτω, εις την παλαιάν Μεσσηνίαν, ονομαζόμενον Ραμαβούνι”, όπως αναφέρει στα Απομνημονεύματά του. Ήταν γιος του κλεφτοκαπετάνιου Κωνσταντή Κολοκοτρώνη από το Λιμποβίσι Αρκαδίας και της Γεωργίτσας Κωτσάκη, κόρης προεστού από την Αλωνίσταινα Αρκαδίας. Η οικογένεια των Κολοκοτρωναίων εμφανίζεται στο προσκήνιο της ιστορίας από το 16ο αιώνα και βρίσκεται σε αδιάκοπο πόλεμο με τους Τούρκους. Από το 1762 έως το 1806, 70 Κολοκοτρωναίοι εξοντώθηκαν από τους κατακτητές.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, τα περνά στην Αθήνα με τη σύντροφό του Μαργαρίτα Βελισσάρη . Η σύζυγός του είχε πεθάνει το 1820. Εκείνη την περίοδο υπαγορεύει στον Γεώργιο Τερτσέτη τα απομνημονεύματά του, που κυκλοφορούν το 1851 με τον τίτλο “Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836”. Αυτά αποτελούν πολύτιμη πηγή για την Ελληνική Επανάσταση.
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης φεύγει από τη ζωή από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 4 Φεβρουαρίου του 1843, αφού είχε επιστρέψει στο σπίτι του από δεξίωση στα Ανάκτορα. Από τον γάμο του με την Αικατερίνη Καρούσου απέκτησε τέσσερα παιδιά: τον Πάνο, τον Γενναίο, τον Κολλίνο και την Ελένη. Από τη σχέση του με τη Μαργαρίτα Βελισσάρη τον Παναγιωτάκη τον οποίο αναγνώρισε με τη διαθήκη του.
Τα λόγια του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη είναι πολλά και σπουδαία. Συγκέντρωσα κάποια από αυτά και σας τα παραθέτω:
Κι ευγενέστατο, κι ενδοξότατο, κι εκλαμπρότατο, κι εξοχώτατο, και μεγαλειότατο, και μονάχα παναγιώτατο δε μ’ ωνομάσανε.
Τι έχεις, καρυδιά μου, και παραπονιέσαι; Μη σε πετροβολούνε τα παιδιά; Είναι γιατί έχεις τα καρύδια…
Ο Θεός έβαλε την υπογραφή του για τη λευτεριά της Ελλάδας και δεν την παίρνει πίσω.
Οβριός κι αρματωμένος δεν γίνεται
Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε “πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα”.
Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους.
Το Γένος μας και άλλες φορές σταυρώθηκε, αλλά ιδού ζώμεν
Μόνο ένας Έλληνας να μείνει, πάντα θα πολεμούμε και μην ελπίζεις πως την γην μας θα την κάνεις δική σου, βγάλ` ντο από τον νου σου.
(από επιστολή του στον Ιμπραήμ)
Μια φορά εβαπτίστημεν με το λάδι, βαπτιζόμεθα και μία με το αίμα δια την ελευθερίαν της πατρίδος μας.
Οι Έλληνες είναι τρελοί, αλλά έχουν Θεόν φρόνιμον.
Το “αν” εσπάρθη πολλές φορές, αλλά δεν εφύτρωσε.
Οι Κολοκοτρωναίοι
Δυο γενιές καπεταναίοι, οι Κολοκοτρωναίοι ήταν η ελπίδα των ραγιάδων κι ο τρόμος των Τούρκων στον Μοριά. Τα δημοτικά τραγούδια τους υμνούσαν, τραγουδώντας ότι «δεν καταδέχονται τη γης να την πατήσουν». Στο όνομά τους και οι Τούρκοι ορκίζονταν, «αν λέω ψέματα, να με βρει σπαθί κολοκοτρωνέικο».
Κυνηγημένος, μετά ορλοφικά, ο Κωστάκης Κολοκοτρώνης μαχόταν τους Τούρκους, καθυστερώντας τους, ώστε να προλάβουν οι δικοί του να ανέβουν τα βουνά της Μάνης. Οι Τουρκαλβανοί έσφαζαν αδιάκριτα και η καπετάνισσα σκαρφάλωνε το Ραμαβούνι με την κοιλιά στο στόμα. Στις 3 Απριλίου 1770, δεν άντεχε άλλο. Ξάπλωσε κάτω από ένα δέντρο. Την ξεγέννησαν. Αγόρι και θα το βάφτιζαν Θεόδωρο. Ο παππούς του, ο καπετάνιος στον καιρό του Γιάννης Κολοκοτρώνης, είδε το μωρό κι είπε λυπημένα: «Τούτο το παιδί θα παντρευτεί, θα κάνει παιδιά κι αγγόνια και πάλι λευτεριά δε θα δούμε». Δεν έζησε να δει το λάθος του.
Στα 1780, ο Κωστάκης Κολοκοτρώνης έπεσε στη μάχη μαζί με τ’ αδέρφια του Γεωργάκη και Γιαννάκη. Ο Θεόδωρος ήταν ακόμα δέκα χρόνων παιδί. Το σπαθί των Κολοκοτρωναίων χάθηκε από τον Μοριά. Για επτά χρόνια. Στα 1787, ο Μοριάς αντηχούσε από την είδηση, προκαλώντας διαφορετικά συναισθήματα σε Τούρκους και ραγιάδες: «Βγήκε Κολοκοτρώνης καπετάνιος στα βουνά». Ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, οπλαρχηγός στα 17 του, «αμούστακο καπετανάκι, χατιρικά», όπως αργότερα έλεγε ο ίδιος. Αλλά οι κλέφτες δεν κάνουν χατίρια. Δεν ήταν μόνο το όνομα που τον έκανε «καπετανάκι». Σοβαρός, λιγομίλητος, φοβερός στο σπαθί και άσος στο σημάδι, με σωστή κρίση, ήταν στ’ αλήθεια αρχηγός. Από τότε, τον είπαν «Γέρο». Κι ο γέρος του Μοριά, κολοκοτρωνέικη γενιά, δε θα γεννούσε σκλάβους.
Ήταν τέτοιες οι καταστροφές που προκαλούσε στους Τούρκους, ώστε τον Ιανουάριο του 1806, έφτασε στη Μάνη φιρμάνι που καλούσε χριστιανούς και μουσουλμάνους να τον εξολοθρεύσουν, απειλώντας με σφαγές όποιους θα τον βοηθούσαν. Έφτασε κι ένα συνοδικό έγγραφο του ανήμπορου να αντιδράσει πατριάρχη που γνωστοποιούσε ότι η εκκλησία αφόρισε τους Κολοκοτρωναίους.
Ύστερα από μάχες και κυνηγητό όλο το χειμώνα, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πέρασε στα Κύθηρα και από εκεί, στη Ζάκυνθο (Μάιος του 1806). Τον επόμενο χρόνο, ξεκίνησε συνεννοήσεις με τον Γάλλο διοικητή της Κέρκυρας με στόχο να ξαναπεράσει στη Μάνη, να επαναστατήσει την Πελοπόννησο και να δημιουργήσει εκεί ένα χριστιανοοθωμανικό κράτος, απαλλαγμένο από τον σουλτάνο. Όμως, οι Γάλλοι έφυγαν από τα Επτάνησα, ήρθαν οι Άγγλοι κι ο Κολοκοτρώνης, μυημένος πια στη Φιλική Εταιρεία, έπρεπε να περιμένει ως τον Ιανουάριο του 1821, για να περάσει στη Μάνη (βλ. 6.1.1821) και να γίνει ο στρατηγός κι, αργότερα, ο αρχιστράτηγος της επανάστασης.