Το παιχνίδι της λήθης που παίζουν μαζί μας οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Κάθε φορά που ζυγώνουν εκλογές, η πολιτική σε αυτή τη χώρα θυμίζει κάτι ανάμεσα σε νευρολογικό εργαστήριο και πανηγύρι. Ο Μητσοτάκης από τη μία και ο Τσίπρας από την άλλη, σαν αλχημιστές της κακιάς ώρας, στρώνονται στη δουλειά για το ποιος θα καταφέρει να μας πουλήσει φύκια για μεταξωτές κορδέλες, μεταμορφώνοντας τα λάθη και τις αποτυχίες τους σε αστραφτερό, προεκλογικό χρυσάφι.
Και οι δύο, ξέρεις, ζουν με την ακράδαντη πίστη και την προσδοκία ότι στο τέλος θα μας τουμπάρουν και θα τα καταφέρουν. Όχι γιατί διαθέτουν καμιά τρομερή πολιτική ιδιοφυΐα, αλλά γιατί ποντάρουν τυφλά στο ότι η μνήμη μας είναι μυωπική και ξεχνάει γρήγορα. Μόνο που αν κάνεις ένα βήμα πίσω και σβήσεις τις φωνές και τους δήθεν καυγάδες στα κανάλια, καταλαβαίνεις ότι οι δύο μονομάχοι δεν είναι η μέρα με τη νύχτα, αλλά απλώς οι δύο όψεις του ίδιου ακριβώς νομίσματος.
Αν ο Ζορζ Περέκ έβλεπε αυτό το σκηνικό, θα σου έλεγε αμέσως ότι και οι δύο παίζουν το ίδιο ακριβώς κόλπο με τους τοίχους και τους πίνακες. Έχουν υψώσει γύρω μας τοίχους ολόκληρους από αποτυχίες, ψέματα και μνημονιακά ερείπια, αλλά επειδή χωρίς αυτούς τους τοίχους δεν υπάρχει καρέκλα εξουσίας να καθίσουν, τρέχουν πανικόβλητοι να κρεμάσουν από πάνω «πίνακες» για να μας πάρουν το βλέμμα.
Ο Μητσοτάκης κρεμάει πίνακες με ψηφιακά κράτη, επενδύσεις και σταθερότητες, με την προσδοκία να ξεχάσουμε τον τοίχο των υποκλοπών, της ακρίβειας και του κράτους δικαίου που μπάζει από παντού.
Από την άλλη, ο Τσίπρας, μέσα από το νέο του πολιτικό σχήμα, παίρνει τον δικό του παλιό πίνακα της κοινωνικής δικαιοσύνης και τον περιφέρει από τοίχο σε τοίχο, ελπίζοντας ότι με τις πολλές μετακινήσεις θα σβήσουν οι μνήμες του 2015, οι αυταπάτες και το δικό του «ναι» που έγινε «όχι». Ίδια μέθοδος, ίδια ανάγκη. Και οι δύο προσδοκούν ότι οι πίνακες θα εξαφανίσουν τον τοίχο, ποντάροντας στο πόσο εύκολα ξεχνάει ο κόσμος.
Όλη αυτή η ιστορία είναι ένα μνημείο αναχρονισμού. Οι δύο αρχηγοί προσπαθούν να φέρουν το παρελθόν στα μέτρα των σημερινών τους αναγκών, ξαναγράφοντας την ιστορία όπως τους βολεύει. Σε αυτό το θέατρο εμφανίζονται οι επικοινωνιολόγοι τους, που θυμίζουν τον στρατηγό Πφουλ από το «Πόλεμος και Ειρήνη» του Τολστόι. Άνθρωποι τόσο ερωτευμένοι με τις θεωρίες τους, τα focus groups και τα νούμερα, που μισούν την ίδια την πραγματικότητα. Όταν οι θεωρίες τους για «σταθερότητα» ή «αλλαγή» σκάνε πάνω στην καθημερινότητα του πολίτη και αποτυγχάνουν, εκείνοι σχεδόν χαίρονται, γιατί η αποτυχία απλώς αποδεικνύει στα μάτια τους ότι ο κόσμος δεν ήταν αρκετά έξυπνος για να καταλάβει τη θεωρία τους.
Και κάπως έτσι, πατούν πάνω σε αυτό που έλεγε ο Γκάλμπρεϊθ, ότι η οικονομική μνήμη κρατάει το πολύ μια εικοσαετία. Τόσο χρειάζεται για να σβηστούν οι μνήμες μιας καταστροφής και να ξαναβγεί στο προσκήνιο η ίδια παραφροσύνη, ελαφρώς παραλλαγμένη. Μια νέα γενιά ψηφοφόρων μπαίνει στο παιχνίδι, έτοιμη να πιστέψει ξανά το ίδιο παραμύθι. Ο Μητσοτάκης ποντάρει στο ότι αν κάποιος βγάζει δύο φράγκα παραπάνω θα το αποδώσει στην «ανώτερη διάνοια» της κυβέρνησης, και ο Τσίπρας επενδύει στη γοητεία της εύκολης υπόσχεσης για μοίρασμα χρημάτων. Η ίδια τυφλότητα είναι, απλώς σερβίρεται με άλλο αφήγημα.
Η μνήμη μας είναι αυτή που μας κρατάει όρθιους για να μην είμαστε δούλοι της στιγμής, αλλά το μεγάλο στοίχημα σε αυτές τις εκλογές είναι αν θα συμπεριφερθούμε σαν άνθρωποι με βαριά αμνησία, αφήνοντας τους δύο αρχηγούς να μας πλασάρουν το ίδιο προϊόν σε άλλη συσκευασία. Αν τα μάτια και τα αυτιά μας έχουν μπουκώσει από τα σποτάκια, η όσφρηση δεν λαθεύει ποτέ. Και η μυρωδιά που βγάζει το πολιτικό σκηνικό είναι κοινή και για τους δύο, μια μυρωδιά σκοπιμότητας του κυνισμού.
Όπως έγραφε και ο Φίλιπ Ροθ, ο καθένας θυμάται και ξεχνάει με έναν τρόπο που είναι το δικό του αποτύπωμα ταυτότητας. Μητσοτάκης και Τσίπρας μοιράζονται το ίδιο ακριβώς DNA εξουσιομανίας. Είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος που ρίχνεται στην κάλπη, από τη μία ο τεχνοκρατικός κυνισμός της διαχείρισης και από την άλλη ο λαϊκιστικός κυνισμός της υπόσχεσης. Το νόμισμα όμως παραμένει κάλπικο, και οι δύο ζουν με την προσδοκία ότι ο καθρέφτης μας θα παραμείνει παραμορφωτικός. Στο χέρι μας είναι, λοιπόν, να μην κοιτάμε απλώς ποια πλευρά έπεσε από πάνω, αλλά να καταλάβουμε ότι, όποια κι αν κερδίσει, τον λογαριασμό της αμνησίας θα τον πληρώσουμε πάλι εμείς.

