Οι λάθος απορίες για τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, σύμβουλος επιχειρήσεων – συγγραφέας

Η σύγχρονη εκδοχή της συζήτησης για τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια άρχισε με τη συνθήκη του Μάαστριχτ, πάνω από τριάντα χρόνια πριν, όταν η προοπτική μιας ουσιαστικά ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς, έθετε νέο πλαίσιο στην ελεύθερη διακίνηση κάθε εμπορεύματος και υπηρεσίας.

Αυτό που θεωρούνταν δεδομένο, τη δυνατότητα δηλαδή ενός ενήλικα να επιλέγει πού και πώς θα αποκτήσει κάποιες γνώσεις κι αυτό να μην αποτελεί ένα κρατικό μονοπώλιο που θα ελέγχει και θα προσδιορίζει αυτό το δικαίωμα με τα κριτήρια της εκάστοτε εξουσίας, στην Ελλάδα μετατράπηκε σε μια αέναη μάχη χαρακωμάτων με δήθεν ιδεολογικά χαρακτηριστικά, που το μόνο που υπέκρυπτε ήταν την ξεπερασμένη και με όρους βιομηχανικής επανάστασης κατοχύρωση “περικλειστών” επαγγελματικών δικαιωμάτων σε έναν ψηφιακό κόσμο που έρχονταν με φόρα να καταλύσει όρια και σύνορα.

Σήμερα, με την 4η βιομηχανική επανάσταση και την Online εκπαίδευση, να έχουν θέσει εντελώς νέο πλαίσιο αναφοράς, εμείς επιμένουμε σε μια επιχειρηματολογία που αδυνατεί να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις του μέλλοντος. Προφανώς και το κυρίαρχο ζήτημα δεν είναι η τυπική μόρφωση αλλά η διαρκής επικαιροποίηση και προσαρμογή της. Η τυπική εξειδίκευση να συμβαδίζει με με διαφορετικού τύπου πολυπραγμοσύνη.

Μπορούν αυτά να επιτευχθούν σε έναν κόσμο που εθελοτυφλεί; Πόσο σημαντικό είναι μια συνολική αναμόρφωση σε όλες τις βαθμίδες του εκπαιδευτικού συστήματος; Ποια είναι τελικά τα πραγματικά ερωτήματα που πρέπει να τίθενται σχετικά με τη λειτουργία των ιδιωτικών Πανεπιστημίων;

Φυσικά και η Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση πρέπει να αποκτήσουν άλλον προσανατολισμό και στόχευση. Να αλλαχθεί η διάρθρωση των γνωστικών αντικειμένων, να τονισθεί η απόκτηση γενικότερων δεξιοτήτων και διαπροσωπικών ικανοτήτων που διαμορφώνουν ευσυνείδητους πολίτες.

Αυτός ο στόχος, βέβαια, δεν αποκλείει την ταυτόχρονη πολλαπλή αναβάθμιση της Τριτοβάθμιας. Με τον εκσυγχρονισμό των Δημοσίων Ιδρυμάτων, την ενίσχυση του ερευνητικού τους ρόλου, τη διασύνδεση τους με την αγορά εργασίας, το ανοίγμα τους σε ξενόγλωσσα κοινά.

Και φυσικά, τον επανακαθορισμό της αναγκαιότητας ύπαρξης μιας σειράς σχολών με ανύπαρκτο αντικείμενο και πιο ανύπαρκτο ενδιαφέρον από τους υποψηφίους, που διατηρούνται ως γενόσημο διατήρησης μιας κάποιας οικονομικής δραστηριότητας σε πόλεις για τις οποίες δεν υπήρξε ποτέ συγκροτημένο σχέδιο περιφερειακής ανάπτυξης. Ενας, μερίς αυτής της δραστηριότητας θ; μπορούσε να διατηρηθεί με μεταφορά τμημάτων από την Αθήνα σε πόλεις της Περιφέρειας, ειδικά σε αντικείμενα που υπάρχουν ιστορικοί, τοπικοί οι άλλοι λόγοι που την καθιστούν αναγκαία.

Τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια που θα ιδρυθούν, και στη συντριπτική πλειοψηφία τους θα είναι παραρτήματα δημοσίων ξένων Πανεπιστημίων, θα συμβάλλουν προς αυτή την κατεύθυνση εφόσον πληρούνται κάποιες βασικές προϋποθέσεις.

Να “στέκουν” σε αξιολόγηση πάνω από το μέσο όρο των ιδρυμάτων της χώρας από την οποία προέρχονται και να μη βλέπουν την Ελλάδα ως ένα αποκούμπι κερδοσκοπίας.

Οι υποδομές, το πρόγραμμα σπουδών και το εκπαιδευτικό προσωπικό τους να υπόκεινται σε εξονυχιστικούς ελέγχους με υψηλά κριτήρια.

Ο τρόπος επιλογής των φοιτητών ώστε οι θεωρητικά περιζήτητες σχολές να προσελκύουν όσους διαθέτουν την ανάλογη δυναμική που απλώς μπορεί να μην αρκούσε για λίγο, ώστε να εισέλθουν σε ένα δημόσιο ανάλογο τμήμα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.