Μια χώρα που κυβερνάται από τον μονόφθαλμο και μια κοινωνία που ψάχνει διέξοδο
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, η Ελλάδα εξακολουθεί να παραμένει μια χώρα ευάλωτη απέναντι σε διεθνείς κρίσεις, οικονομικές αναταράξεις και γεωπολιτικές πιέσεις. Παρά τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις ότι η χώρα είναι «έτοιμη» να αντιμετωπίσει νέες ανατιμήσεις στην ενέργεια και στα βασικά αγαθά, η πραγματικότητα δείχνει πως η ευαλωτότητα αυτή δεν είναι ούτε τυχαία ούτε συγκυριακή. Είναι το αποτέλεσμα επιλογών, παραλείψεων και ενός παραγωγικού μοντέλου που παραμένει στάσιμο, ενώ ο κόσμος γύρω του αλλάζει με ρυθμούς που η Ελλάδα αδυνατεί να παρακολουθήσει. Και το πιο ανησυχητικό είναι πως η πολιτική ηγεμονία δεν προκύπτει από την υπεροχή των «αρίστων», αλλά από την απουσία μιας αντιπολίτευσης ικανής να αρθρώσει πειστικό λόγο. Έτσι, η χώρα κυβερνάται από τον μονόφθαλμο, όχι επειδή βλέπει καλύτερα, αλλά επειδή γύρω του επικρατεί πολιτική τύφλωση.
Η ενεργειακή κρίση αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαχρονικής αδυναμίας. Η κυβέρνηση μπορεί να επαίρεται για τη διαχείριση των κρίσεων που αντιμετώπισε, όμως μεγάλο μέρος της σημερινής ενεργειακής ευαλωτότητας είναι αποτέλεσμα επιλογών των προηγούμενων ετών και κυρίως εξαιτίας μιας βίαιης και άναρχης πράσινης μετάβασης χωρίς σχέδιο, της καθυστέρησης στην αξιοποίηση εγχώριων ενεργειακών πόρων, της υπερβολικής εξάρτησης από ακριβές εισαγωγές. Η κερδοσκοπία δεν αντιμετωπίζεται με δηλώσεις, αλλά με εθνική ενεργειακή στρατηγική και πραγματική παραγωγική αυτάρκεια. Όταν αυτά απουσιάζουν, η χώρα μένει εκτεθειμένη σε κάθε διεθνή αναταραχή, όσο κι αν η κυβέρνηση προσπαθεί να παρουσιάσει την κατάσταση ως ελεγχόμενη.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η πολιτική σταθερότητα προβάλλεται ως το υπέρτατο επιχείρημα. Σταθερότητα, όμως, χωρίς στρατηγική κατεύθυνση, χωρίς όραμα και χωρίς παραγωγικό σχέδιο, κινδυνεύει να μετατραπεί σε στασιμότητα. Η Ελλάδα δεν μπορεί να πορεύεται μόνο με τη λογική της διαχείρισης της καθημερινότητας, όταν ο κόσμος γύρω της αναδιαμορφώνεται. Χρειάζεται αποφάσεις που διαμορφώνουν το μέλλον της, όχι απλώς το παρόν της. Κι όμως, η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει χαμηλή παραγωγικότητα, υψηλό ενεργειακό κόστος, περιορισμένη βιομηχανική βάση, υποδομές που ρημάζουν, αγροτική παραγωγή σε απαξίωση και μια υπογεννητικότητα που απειλεί τη δημογραφική της βιωσιμότητα.
Η μονομερής εστίαση της κυβέρνησης στον ψηφιακό μετασχηματισμό, στον δικαιωματισμό, στα voucher και στην πράσινη μετάβαση δεν αρκεί για να αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Όταν οι υποδομές παραμένουν δεκαετίες πίσω, όταν τα ύδατα και οι μεταφορές καταρρέουν, όταν η αγροτική παραγωγή απαξιώνεται μέσα σε ένα σκηνικό σκανδάλων, τότε η ψηφιακή πρόοδος λειτουργεί περισσότερο ως επικοινωνιακό επίχρισμα παρά ως πραγματικός μοχλός ανάπτυξης. Χωρίς νέο παραγωγικό υπόβαθρο, οι μισθολογικές αυξήσεις είναι εύθραυστες και η οικονομία παραμένει εξαρτημένη από εισαγωγές και επιδοτήσεις.
Η οικονομία δεν είναι οι δείκτες της. Είναι η παραγωγή της. Μια ακμαία οικονομία παράγει απτά αγαθά, καλύπτει εγχώριες ανάγκες και εξάγει με πλεόνασμα. Αντίθετα, η Ελλάδα έχει οικοδομήσει έναν κοινωνικό ιστό βασισμένο στον παρασιτικό καταναλωτισμό, έναν ιστό που τρέφεται από εισαγόμενα προϊόντα, δανεικά χρήματα και επιδοματικές ανάσες. Γι’ αυτό και οι δείκτες ανάπτυξης του 2 ή 3% δεν σημαίνουν πολλά πράγματα, όταν η ανάπτυξη αυτή προκύπτει κυρίως από την αύξηση των «υπηρεσιών», δηλαδή, στην ελληνική πραγματικότητα, από τον φρέσκο αέρα που βαφτίζεται οικονομική δραστηριότητα. Μια οικονομία που μετράει ως ανάπτυξη το delivery, το Airbnb και την κατανάλωση με δανεικά, αλλά όχι την παραγωγή, δεν είναι βιώσιμη. Πρόκειται απλώς για μια οικονομία που αναπνέει με μηχανική υποστήριξη και πανηγυρίζει επειδή ακούει τον ήχο του μηχανήματος. Το δραστικό φάρμακο είναι γνωστό αλλά οδυνηρό. Είναι η περικοπή του παρασιτικού καταναλωτισμού, η επένδυση των εξοικονομημένων πόρων σε σύγχρονη βιομηχανική υποδομή, η ενίσχυση της εκπαίδευσης, της τεχνογνωσίας και της παραγωγικότητας. Όμως όλα αυτά προσκρούουν στο ανυπέρβλητο εμπόδιο της πελατειακής λειτουργίας του πολιτικού συστήματος, που φοβάται να συγκρουστεί με το εκλογικό του ακροατήριο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αντιπολίτευση θα έπρεπε να λειτουργεί ως αντίβαρο, ως φορέας εναλλακτικής στρατηγικής. Αντί γι’ αυτό, συχνά περιορίζεται σε αντιδράσεις, καταγγελίες και επικοινωνιακές εξάρσεις, χωρίς συνεκτικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης. Η αδυναμία της να εμπνεύσει εμπιστοσύνη αφήνει την κυβέρνηση να κυριαρχεί όχι επειδή υπερέχει, αλλά επειδή δεν υπάρχει κάποιος να την αμφισβητήσει ουσιαστικά. Έτσι, η χώρα παραμένει εγκλωβισμένη σε έναν πολιτικό ανταγωνισμό χαμηλών προσδοκιών, όπου η μετριότητα εμφανίζεται ως μονόδρομος.
Το ερώτημα, λοιπόν, είναι αν μπορεί να αλλάξει αυτό. Και το ερώτημα δεν το θέτει μόνο η ανάλυση, αλλά ο ίδιος ο Έλληνας πολίτης. Το έθεσε στις τελευταίες εκλογές, όπου η αποχή και η διάχυτη δυσαρέσκεια έστειλαν ένα μήνυμα που το πολιτικό σύστημα προσποιείται ότι δεν άκουσε. Το θέτει και σήμερα, μέσα από μια κοινωνία που βλέπει τις αλλεπάλληλες δημοσκοπήσεις, προσεκτικά χορηγούμενες από το Μαξίμου, να προσπαθούν να κατασκευάσουν μια τεχνητή εικόνα «αναστροφής του κλίματος». Μια εικόνα που δεν πείθει κανέναν, γιατί η καθημερινότητα διαψεύδει την επικοινωνία. Όταν η πραγματικότητα δεν βολεύει, η εξουσία επιχειρεί να την αντικαταστήσει με ποσοστά. Μόνο που η κοινωνία δεν ζει με ποσοστά, αλλά με λογαριασμούς, με μισθούς, με ανασφάλεια. Και αυτά δεν κρύβονται.
Η απάντηση, ωστόσο, δεν μπορεί να περιοριστεί στην εκλογική δυσαρέσκεια. Βρίσκεται στην ανάγκη για μια νέα μεταπολίτευση, όχι ως σύνθημα, αλλά ως πραγματική πολιτική και κοινωνική ανασυγκρότηση. Μια μεταπολίτευση που θα στηρίζεται σε νέο παραγωγικό μοντέλο, σε θεσμική σοβαρότητα, σε πολιτική ηγεσία που δεν λειτουργεί πελατειακά, σε πολίτες που απαιτούν στρατηγική και όχι επιδόματα, σε εθνική αυτοπεποίθηση και όχι σε διαρκή εξάρτηση.
Το αν ο Έλληνας πολίτης είναι αρκετά ώριμος για να το απαιτήσει παραμένει ανοιχτό. Η κοινωνία έχει μάθει να ζει με βραχυπρόθεσμα οφέλη και χαμηλές προσδοκίες, όμως η πραγματικότητα θα επιβάλει την ωρίμανση. Όσο οι διεθνείς κρίσεις εντείνονται, τόσο η ανάγκη για μια χώρα με ισχυρή παραγωγική βάση, ενεργειακή αυτάρκεια και στρατηγική σκέψη θα γίνεται αδιαπραγμάτευτη.
Τελικά, μια χώρα με ακμαία παραγωγική οικονομία και σύγχρονη βιομηχανική βάση μπορεί να ασκήσει αποτροπή, να σταθεί όρθια σε διεθνείς κρίσεις και να διαπραγματευτεί από θέση ισχύος. Για να συμβεί αυτό, όμως, χρειάζεται ηγεσία που πιστεύει πραγματικά στην αναγκαιότητα της αποτροπής και πολίτες που κατανοούν ότι η ευημερία δεν χτίζεται με κατανάλωση, αλλά με παραγωγή. Η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να αλλάξει. Το ερώτημα είναι αν έχει τη βούληση.

